
Συνταξιούχος, ζητά από διευθυντή τράπεζας και από το Private Banking της τράπεζας να καταθέσει χρηματικό ποσό 282.000 ευρώ, σε τρίμηνο προθεσμιακό λογαριασμό. Υπογράφει τη σύμβαση προθεσμιακής καταθέσεως πιστεύοντας ότι συναλλάσσεται με την τράπεζα και όχι με την θυγατρική της, ΕΠΕΥ. Κάθε μήνα εισέπραττε τόκους που προέκυπταν, όπως απεδείχθη εκ των υστέρων, από το μη επενδυμένο κεφάλαιο. Επί των μηνιαίων δυσνόητων ενημερώσεων από την τράπεζα, ο διευθυντής έλεγε ότι ήταν άνευ σημασίας και την προέτρεψε να τα πετάξει. Όταν ζήτησε, για επείγοντες λόγους, να αναλάβει μέρος της καταθέσεως, ύψους 152.000 ευρώ, τότε, για πρώτη φορά, ενημερώθηκε ότι το εν λόγω χρηματικό ποσό δεν ήταν διαθέσιμο, διότι ήταν τοποθετημένο σε ομόλογο υψηλού ρίσκου του ΚΑΖΑΚΣΤΑΝ, του οποίου η αξία είχε μειωθεί μάλιστα στα 121.000 ευρώ. Το ομόλογο τελικά ρευστοποιήθηκε έναντι 72.220 ευρώ, δηλ. με ζημία 157.780. Η τράπεζα και η θυγατρική της ΕΠΕΥ μεταξύ άλλων ισχυρίστηκαν ότι είχε υπογράψει την σύμβαση παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών, ότι όφειλε να γνωρίζει, ότι ήταν συνυπαίτια στην ζημία της και ότι εν τέλει οι υπάλληλοί τους έδρασαν εν αγνοία της
Ο Άρειος Πάγος δικαίωσε την συνταξιούχο, δεχόμενος τα εξής:
Άδικη πράξη, δηλ. που προκαλεί ζημία και επομένως δικαίωμα αποζημιώσεως δεν είναi και η παράλειψη, εφόσον εκείνος που παρέλειψε ήταν υποχρεωμένος να πράξει από το νόμο, τη σύμβαση ή από την καλή πίστη.
Ευθύνη για πράξεις υπαλλήλων. Η τράπεζα και η θυγατρική της ΕΠΕΥ ευθύνονται για τις ενέργειες των υπαλλήλων τους, ακόμη και αν έδρασαν κατά παράβαση εντολών και οδηγιών τους ή καθ’ υπέρβαση των καθηκόντων τους, εφόσον η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την υπαλληλική σχέση ή ότι υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας
Προστασία Καταναλωτή. Σύμφωνα με τον Ν.2251/1994 περί Προστασίας των καταναλωτών, όπως ισχύει και μετά τον Ν. 3587/2007 (Ενσωμάτωση της Οδηγίας 2005/29 του Ε.Κ. και του Συμβουλίου (EE L 149)», γίνεται δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές. Δηλαδή, υπάγονται στην προστασία του Ν.2251/1994 οι τραπεζικές υπηρεσίες, οι οποίες εκ της φύσεώς τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών (αποταμιευτικών, επενδυτικών κλπ.), όσο και οι απευθυνόμενες σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών.
Το άρθρου 8 Ν. 2251/1994 ιδρύει αυτοτελή και ανεξάρτητο της συμβάσεως ή της αδικοπραξίας νόμιμο λόγο ευθύνης του παρέχοντος υπηρεσίες προς αποζημίωση του λήπτη των υπηρεσιών, δηλαδή ανεξαρτήτως αν οι υπηρεσίες αυτές ήταν στο πλαίσιο υπογεγραμμένης συμβάσεως. Οι διατάξεις αυτές υπερισχύουν – ως ειδικές – πάσης άλλης αντίθετης διατάξεως, δηλ. και των κοινών διατάξεων των άρθρων 914 επ. ΑΚ, εκτός εάν οι κοινές διατάξεις παρέχουν στον καταναλωτή μείζονα προστασία.
Παροχή επενδυτικών συμβουλών. Εν όψει των ανωτέρω, η παροχή επενδυτικών συμβουλών εκ μέρους πιστωτικών ιδρυμάτων ή ΕΠΕΥ και ειδικά σε περίπτωση διαμεσολαβήσεως πιστωτικού ιδρύματος (τράπεζας) κατά τις συναλλαγές με αντικείμενο χρηματοπιστωτικά προϊόντα, πρέπει να θεωρείται υφισταμένη η μεταξύ τους, ακόμη και σιωπηρή, σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, δηλ. η υποχρέωση του πιστωτικού ιδρύματος να δίδει συμβουλές στους πελάτες του αναφορικώς με χρηματοπιστωτικά προϊόντα. Ειδικά πρέπει:
1)να προστατεύουν τα συμφέροντα των πελατών τους
2)να γνωρίζουν την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές,
3)να έχουν οι τράπεζες και οι ΕΠΕΥ ιδιαίτερα αυξημένο καθήκον για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις ιδιαίτερα επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων, ώστε να καταστήσει στον επενδυτή συνειδητό τον κίνδυνο στον οποίο εκτίθεται. Στόχος είναι η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρεώσεως ενημερώσεως, διαφωτίσεως, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής και μάλιστα εγγράφως.
Αυτές οι υποχρεώσεις απορρέουν από το γεγονός ότι:
α)η πληροφόρηση αυτή θα αποτελέσει τη βάση της λήψεως σοβαρών αποφάσεων εκ μέρους του επενδυτή-πελάτη,
β)ο μέσος πελάτης είναι συνήθως άπειρος περί τη χρηματιστηριακή πρακτική των Αγορών και οι εν λόγω επιχειρήσεις (τράπεζες και ΕΠΕΥ) διαθέτουν ειδικές γνώσεις και ο πελάτης κατά κανόνα αποφασίζει βάσει των συμβουλών των επιχειρήσεων αυτών, τις εμπιστεύεται και αναμένει υπεύθυνη πληροφόρηση και να μη παραπλανάται για να ενεργήσει συναλλαγή που δεν θα αποφάσιζε διαφορετικά και
γ)οι ως άνω επιχειρήσεις αποκομίζουν οικονομικό όφελος από την παροχή των συμβουλών τους, άμεσο ή, τουλάχιστον, έμμεσο.