Όπως πρέπει να γνωρίζουν οι Λογιστές, τόσο από τον ΓΚΠΔ όσο και από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων με τις Κατευθυντήριες γραμμές 07/2020, θεωρούνται υπεύθυνοι επεξεργασίας δεδομένων.
Επομένως στα πλαίσια της ενασκήσεως του επαγγέλματός τους αλλά και κατά την παροχή των υπηρεσιών τους επεξεργάζονται προσωπικά δεδομένα και ως εκ τούτου οφείλουν να δρουν και να συμμορφώνονται πλήρως προς τον ΓΚΠΔ – GDPR.
Βασική προϋπόθεση για την εκ μέρους λογιστή σύννομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων πελάτη φορολογουμένου, αποτελεί η ύπαρξη γραπτής εντολής για την διενέργεια των σχετικών λογιστικών-φορολογικών πράξεων και ενεργειών. Η δε, μετά θάνατον του φορολογουμένου εντολή, παύει να ισχύει, παρά μόνο είναι ισχυρή αν έχει δοθεί γραπτώς και εφ’ όσον πληρούνται και επιπλέον σύννομες προϋποθέσεις. Η χρήση προσωπικών δεδομένων ετέρου τρίτου φυσικού προσώπου κατά την παροχή των λογιστικών υπηρεσιών, χωρίς την συγκατάθεσή του, ακόμη και αν είναι αναγκαία για την εκτέλεση της εντολής του φορολογουμένου αποβιώσαντος πελάτη τους, είναι παράνομη.
Επεβλήθη συνολικό πρόστιμο 1.000€ σε λογιστή διότι υπέβαλε δήλωση για λογαριασμό αποθανόντος φορολογουμένου εξ ονόματος του καταγγέλλοντος κληρονόμου, υιού του, χωρίς να υπάρξει προηγούμενη συναίνεση ή ενημέρωση του και διότι δεν ενημέρωσε γραπτώς τον κληρονόμο για τον τρόπο με τον οποίο περιήλθαν σε γνώση του λογιστή τα προσωπικά στοιχεία του καταγγέλλοντος. Δηλαδή, ο λογιστής αφ’ ενός προέβη σε παράνομη επεξεργασία δεδομένων, αφ’ ετέρου δεν ικανοποίησε το δικαίωμα προσβάσεως του καταγγέλλοντος.
Επομένως, καλό είναι οι φίλοι λογιστές να πράξουν τα δέοντα πριν τους προλάβουν τα γεγονότα
Λαμβάνετε μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προωθητικού χαρακτήρα χωρίς την προηγούμενη ειδική συγκατάθεσή σας; ή χωρίς να έχει προηγηθεί παρόμοια πώληση προϊόντων ή υπηρεσιών, στο πλαίσιο της οποίας να αποκτήθηκαν τα στοιχεία επαφής ηλεκτρονικού ταχυδρομείου; Δείτε ποια είναι τα δικαιώματά σας.
Είστε εσείς που στέλνετε τέτοια μηνύματα; Μάλλον πρέπει να αλλάξετε τακτική αν δεν θέλετε να έχετε περαιτέρω προβλήματα
Να γνωρίζετε ότι:
1.Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του ΓΚΠΔ-GDPR, τα δεδομένα πρέπει
α)να υποβάλλονται σε σύννομη και θεμιτή επεξεργασία με διαφανή τρόπο σε σχέση με το υποκείμενο των δεδομένων («νομιμότητα, αντικειμενικότητα και διαφάνεια») και
β)να συλλέγονται για καθορισμένους, ρητούς και νόμιμους σκοπούς και να μην υποβάλλονται σε περαιτέρω επεξεργασία κατά τρόπο ασύμβατο προς τους σκοπούς αυτούς («περιορισμός του σκοπού»).
γ)Αυτός που συλλέγει και επεξεργάζεται τα προσωπικά δεδομένα έχει την ευθύνη να αποδείξει ότι τα δεδομένα αυτά προσωπικού χαρακτήρα υποβάλλονται σε σύννομη και θεμιτή επεξεργασία με διαφανή τρόπο σε σχέση με το υποκείμενο των δεδομένων («αρχή της λογοδοσίας»).
2.Οι διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου – email αποτελούν προσωπικά δεδομένα διότι μπορούν να οδηγήσουν στην ταυτοποίηση ορισμένου φυσικού προσώπου
3.Το άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 3471/2006 που ρυθμίζει την αποστολή μηνυμάτων, για σκοπούς απευθείας προώθησης προϊόντων ή υπηρεσιών και για κάθε είδους διαφημιστικούς σκοπούς μεταξύ άλλων μέσων αποστολής, περιλαμβάνει και την χρήση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου-email, προβλέπει ότι αυτό επιτρέπεται μόνο αν ο συνδρομητής (δηλ. ο κάτοχος του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου-email) έχει εκ των προτέρων ρητώς συγκατατεθεί
Η μόνη περίπτωση που, σύμφωνα με το άρθ. 11 παρ. 3 του ν. 3471/2006, κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται να γίνονται τέτοιες αποστολές ηλεκτρονικών ταχυδρομείων-email, είναι όταν τα στοιχεία επαφής ηλεκτρονικού ταχυδρομείου αποκτήθηκαν από τον αποστολέα νομίμως, στο πλαίσιο της πώλησης προϊόντων ή υπηρεσιών ή άλλης συναλλαγής και μπορούν να χρησιμοποιούνται για την απευθείας προώθηση παρόμοιων προϊόντων ή υπηρεσιών του προμηθευτή ή για την εξυπηρέτηση παρόμοιων σκοπών, ακόμη και όταν ο αποδέκτης του μηνύματος δεν έχει δώσει εκ των προτέρων τη συγκατάθεσή του,
υπό την προϋπόθεση όμως ότι του παρέχεται κατά τρόπο σαφή και ευδιάκριτο η δυνατότητα να αντιτάσσεται, με εύκολο τρόπο και δωρεάν, στη συλλογή και χρησιμοποίηση των ηλεκτρονικών του στοιχείων και αυτή η δυνατότητα να παρέχεται τόσο κατά τη συλλογή των στοιχείων επαφής, όσο και σε κάθε μήνυμα, σε περίπτωση που ο χρήστης αρχικά δεν είχε διαφωνήσει σε αυτή τη χρήση.
Συμπέρασμα
Αν λοιπόν, ως αποστολέας, παρά τα ανωτέρω προβείτε στην αποστολή τέτοιων ηλεκτρονικών μηνυμάτων-email, πραγματοποιείται παράνομη επεξεργασία και χρήση προσωπικών δεδομένων και μπορείτε να λάβετε καταγγελία. Η δικαιολογία ότι οι παραλήπτες των μηνυμάτων, οι ίδιοι σας είχαν δώσει τις επαγγελματικές τους κάρτες και έτσι είχατε λάβει τη συγκατάθεσή τους για την αποστολή τέτοιων μηνυμάτων, δεν ευσταθεί. Ακόμη χειρότερα για σας αν δεν μπορείτε να προσδιορίσετε με ακρίβεια την πηγή περιελεύσεως σε γνώση σας των ηλεκτρονικών διευθύνσεων των παραληπτών-καταγγελλόντων φυσικών προσώπων, διότι
Εσείς υποχρεούσθε να σχεδιάζετε, εφαρμόζετε και εν γένει λαμβάνετε τα αναγκαία μέτρα και πολιτικές, προκειμένου η επεξεργασία των δεδομένων να είναι σύμφωνη με τις σχετικές νομοθετικές προβλέψεις και, επιπλέον, οφείλετε να αποδεικνύετε ο ίδιος και ανά πάσα στιγμή τη συμμόρφωσή του με τις αρχές του ΓΚΠΔ-GDPR. Δηλ. εσείς έχετε το βάρος να αποδείξετε ότι πράξατε νόμιμα και όχι αυτός που σας καταγγέλλει (άρθρο 5§2 του ΓΚΠΔ-GDPR)
Ως αποδέκτης τέτοιων μηνυμάτων έχετε το δικαίωμα (όχι την υποχρέωση) να διαμαρτυρηθείτε στον αποστολέα, κατά προτίμηση γραπτώς, και να του ζητήσετε να παύσει αυτές τις αποστολές και μη συμμόρφωσή του αποτελεί επιβαρυντική περίσταση γι’ αυτόν. Είτε να τον καταγγείλετε άμεσα στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ)
Υπάρχουν κοινοί τραπεζικοί λογαριασμοί με άλλο φυσικό πρόσωπο, το οποίο αποβιώνει. Ένας εκ των κληρονόμων ζητά αντίγραφα με τις κινήσεις των λογαριασμών. Τα έλαβε και τα οποία χρησιμοποίησε στην συνέχεια σε δικαστήριο περί τα κληρονομικά εναντίον του επιζώντος προσώπου και συνδικαιούχου του λογαριασμού. Ενομιμοποιείτο ο κληρονόμος, να αιτηθεί αυτών των στοιχείων; Και η τράπεζα υποχρεούτο να παράσχει αυτές τις πληροφορίες; Υπάρχει δυνατότητα χορηγήσεως αυτών των πληροφοριών;
Συνοπτική απάντηση
Η παροχή τέτοιων πληροφοριών, που αναγκαστικά περιλαμβάνουν και προσωπικά δεδομένα και του ετέρου συνδικαιούχου του κοινού τραπεζικού λογαριασμού, αποτελεί παράνομη επεξεργασία και αθέμιτη διαβίβαση δεδομένων
Νομική τεκμηρίωση
Σύμφωνα με το άρθρο 5§1 ΓΚΠΔ-GDPR μεταξύ των αρχών που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων είναι α)η νομιμότητα, αντικειμενικότητα και διαφάνεια, δηλ. η σύννομη και θεμιτή επεξεργασία με διαφανή τρόπο σε σχέση με το υποκείμενο των δεδομένων και β)η ακεραιότητα και εμπιστευτικότητα, δηλ. επεξεργασία κατά τρόπο που εγγυάται την ενδεδειγμένη ασφάλεια των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, μεταξύ άλλων την προστασία τους από μη εξουσιοδοτημένη ή παράνομη επεξεργασία και την αποτροπή από κάθε ανεξουσιοδότητη πρόσβαση σε αυτά.
Σύμφωνα με το άρθρο 6§1 α’ και στ’ ΓΚΠΔ-GDPR η επεξεργασία είναι σύννομη μόνο εάν και εφόσον, α)τουλάχιστον το υποκείμενο των δεδομένων έχει συναινέσει στην επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του για συγκεκριμένους σκοπούς ή στ)η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τους σκοπούς των έννομων συμφερόντων που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τρίτος, εκτός εάν έναντι των συμφερόντων αυτών υπερισχύει το συμφέρον ή τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων που επιβάλλουν την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Σύμφωνα με το άρθρο 4§12 ΓΚΠΔ(GDPR) ως παραβίαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα νοείται η παραβίαση της ασφαλείας που οδηγεί σε τυχαία ή παράνομη καταστροφή, απώλεια, μεταβολή, άνευ άδειας κοινολόγηση ή πρόσβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάσθηκαν, αποθηκεύτηκαν ή υποβλήθηκαν κατ’ άλλο τρόπο σε επεξεργασία. Σύμφωνα με τις από 06-02-2018 Κατευθυντήριες Γραμμές της Ομάδας Εργασίας του άρθρου 29 της Οδηγίας 95/46/ΕΚ (νυν Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων -EDPB) για την Γνωστοποίηση παραβίασης προσωπικών δεδομένων ένας από τους τύπους παραβίασης προσωπικών δεδομένων είναι αυτός που κατηγοριοποιείται με βάση την αρχή ασφαλείας της «εμπιστευτικότητας», όταν διαπιστώνεται πρόσβαση άνευ δικαιώματος σε προσωπικά δεδομένα. Μια παραβίαση μπορεί δυνητικά να έχει διάφορες δυσμενείς συνέπειες στα πρόσωπα, οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν σε βλάβη στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και η απώλεια της εμπιστευτικότητας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που προστατεύονται από επαγγελματικό απόρρητο
Σύμφωνα με το άρθρο 13§1 δ και §3 ΓΚΠΔ(GDPR) ο υπεύθυνος επεξεργασίας ενημερώνει το υποκείμενο των δεδομένων τόσο για τα έννομα συμφέροντα που επιδιώκονται από τον υπεύθυνο επεξεργασίας ή από τον τρίτο όσο και για την κοινολόγηση των προσωπικών του δεδομένων προς τρίτους
Αναλυτικό συμπέρασμα
Στην ανωτέρω περίπτωση α)Έχει συντελεσθεί παραβίαση της αρχής της νομιμότητας της επεξεργασίας (άρθρα 5 παρ. 1 α), 6 και 13 ΓΚΠΔ), δεδομένου ότι χορηγήθηκαν τα δεδομένα κινήσεων των κοινών τραπεζικών λογαριασμών παράνομα, δηλ. χωρίς νόμιμη βάση και αδιαφανώς, χωρίς ενημέρωση του υποκειμένου β)Παραβίαση της αρχής της εμπιστευτικότητας των δεδομένων (άρθρο 5 παρ. 1 στ) ΓΚΠΔ), διότι η ως άνω επεξεργασία οδήγησε σε παράνομη διαρροή προσωπικών πληροφοριών προς τρίτο και μάλιστα αντίδικό του
Προβληματική-εύλογο ερώτημα
Στον προβληματισμό πώς θα μπορούσε ο αντίδικος στα πλαίσια αστικής δίκης, να επιτύχει την προάσπιση-απόδειξη των νομίμων δικαιωμάτων όταν αυτή εξαρτάται από τα αποδεικτικά στοιχεία που κατά τα ως άνω αποτελούν προσωπικά δεδομένα του συνδικαιούχου του τραπεζικού λογαριασμού, η απάντηση είναι ότι:
Πιθανώς ο αντίδικος του υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων θα μπορούσε να αποκτήσει πρόσβαση στις εν λόγω πληροφορίες κατόπιν Δικαστικής Αποφάσεως περί επιδείξεως εγγράφων ή λήψεως αντιγράφων που εκδίδεται κατόπιν αιτήματος αυτού που έχει έννομο συμφέρον
Μπορεί το Κράτος κατά την ενάσκηση των εξουσιών του που ανήκουν στον σκληρό πυρήνα του ή κατά την ενάσκηση των αρμοδιοτήτων Δημοσίων Υπηρεσιών, Φορέων ή Οργανισμών του ευρύτερου κρατικού τομέα να έχει πρόσβαση και να επεξεργάζεται προσωπικά δεδομένα;
Η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να εξυπηρετεί τον άνθρωπο. Το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν είναι απόλυτο δικαίωμα. Πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με τη λειτουργία του στην κοινωνία και να σταθμίζεται με άλλα θεμελιώδη δικαιώματα, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (4η Σκέψη Προοιμίου ΓΚΠΔ (GDPR)
Για να είναι νόμιμη η επεξεργασία των απλώνπροσωπικών δεδομένων (όχι των ευαίσθητων) πρέπει σύμφωνα με τον ΓΚΠΔ(GDPR) να πληρείται έστω μια εκ των προϋποθέσεων μεταξύ των οποίων: να είναι απαραίτητη για τη συμμόρφωση με έννομη υποχρέωση του υπευθύνου επεξεργασίας ή να είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον ή κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας που έχει ανατεθεί στον υπεύθυνο επεξεργασίας άρθρο 6§1, εδ.γ’,ε’ ΓΚΠΔ(GDPR).
Η νομιμοποίηση, δηλ. το δικαίωμα να επεξεργασθούμε τα δεδομένα, για μία από αυτές τις ανωτέρω αναφερόμενες προϋποθέσεις θεμελιώνεται είτε α)στο δίκαιο της Ένωσης ή β)στο δίκαιο του κράτους, μέλους στο οποίο υπόκειται ο υπεύθυνος επεξεργασίας, δηλ. αυτός που θα συγκεντρώσει και θα χρησιμοποιήσει αυτά τα δεδομένα.
Ο σκοπός της επεξεργασίας είτε περιγράφεται μέσα σε αυτά τα νομοθετήματα είτε αν αφορά στην αναγκαιότητα της επεξεργασίας για την εκπλήρωση καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον ή κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας που έχε ανατεθεί στον υπεύθυνο επεξεργασίας.
Κατά κανόνα απαγορεύεται, (9§1 ΓΚΠΔ-GDPR), η επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων (δηλ. φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις ή τη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, γενετικά δεδομένα, βιομετρικά δεδομένα, υγιείας, σεξουαλική ζωή, γενετήσιο προσανατολισμό).
Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται μεταξύ άλλων στις περιπτώσεις που είναι απαραίτητη για την εκτέλεση των υποχρεώσεων και την άσκηση συγκεκριμένων δικαιωμάτων του υπευθύνου επεξεργασίας ή του υποκειμένου των δεδομένων στον τομέα του εργατικού δικαίου και του δικαίου κοινωνικής ασφάλισης και κοινωνικής προστασίας, εφόσον είναι σύννομη κατά το Ενωσιακό ή Εθνικό Δίκαιο ή σύννομες Συλλογικές Συμφωνίες ή είναι απαραίτητη για λόγους ουσιαστικού δημόσιου συμφέροντος, βάσει του δικαίου της Ένωσης ή κράτους μέλους, το οποίο είναι ανάλογο προς τον επιδιωκόμενο στόχο (άρθρο 9§2 ΓΚΠΔ-GDPR)
Δεδομένα ποινικού ενδιαφέροντος επεξεργάζονται μόνο υπό τον έλεγχο επίσημης αρχής, με επαρκείς εγγυήσεις για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των προσώπων (αρθρ.10 ΓΚΠΔ-GDPR)
Κατά το Ελληνικό Εθνικό Δίκαιο η νομιμοποίηση επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων από δημοσίους φορείς επιτρέπεται κατά τα άρθρα 5, 21 και 22 του ν. 4624/2019, για την εκπλήρωση καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον ή κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας που έχει ανατεθεί στον υπεύθυνο επεξεργασίας. Όταν αφορά ανηλίκους κάτω των 15 ετών, η συγκατάθεση παρέχεται μόνο από τον νόμιμο αντιπρόσωπό του. Όσον αφορά, ευαίσθητα δεδομένα επιτρέπεται, εφόσον είναι απολύτως απαραίτητη για λόγους ουσιώδους δημοσίου συμφέροντος.
Περιπτωσιολογία: Είναι επιτρεπτή η χορήγηση (κοινολόγηση με διαβίβαση) από την ελεγχόμενη ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΑΝΗΛΙΚΩΝ των στοιχείων, που είναι κάθε φορά αναγκαία και πρόσφορα για την εκπλήρωση του συγκεκριμένου σκοπού επεξεργασίας εκ μέρους της ελέγχουσας ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ, δημόσιας υπηρεσίας, επιφορτισμένης από το νόμο με την αρμοδιότητα διενέργειας ελέγχου, για λόγους ουσιαστικού δημοσίου συμφέροντος, εκτός των άλλων, της λειτουργίας, της ποιότητας και επάρκειας των προσφερόμενων υπηρεσιών εκ μέρους της ελεγχόμενης και των διαδικασιών υιοθεσιών και αναδοχών, προς επίτευξη της κοινωνικής προστασίας των ανηλίκων, της οικογενειακής τους αποκατάστασης μέσω των θεσμών της υιοθεσίας και της αναδοχής και της παροχής σε αυτούς εξατομικευμένης φροντίδας και της επιτάχυνσης της διαδικασίας αναδοχής και υιοθεσίας.
Συμπερασματικά, όταν είναι απαραίτητη η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων βάσει δημοσίου συμφέροντος ή κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας, αυτή διενεργείται ακόμη και αν το υποκείμενο των δεδομένων δεν έχει συναινέσει στην επεξεργασία των δεδομένων του.
Ως ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και οι φωτογραφικές ή κινηματογραφικές αναπαραστάσεις, φωνοληψίες και κάθε άλλη μηχανική απεικόνιση.
Η χρήση του σε αστική δίκη, εν αγνοίᾳ και χωρίς συναίνεση του φυσικού προσώπου καθιστά το αποδεικτικό μέσο απαράδεκτο.
Ως έγγραφα, προσκομιζόμενα σε αστική δίκη, αποτελούν και οι εκτυπώσεις από αναρτήσεις σε λογαριασμό (προφίλ) χρήστη στο μέσο κοινωνικής δικτυώσεως «Facebook» ώστε να είναι ορατές μόνο από τους «φίλους» του στο συγκεκριμένο μέσο κοινωνικής δικτύωσης
Ο ν. 2472/1997 για την «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» και ήδη ο ν. 4624/2019 που τον αντικατέστησε, τιμωρεί την κατάργηση του απορρήτου και της μυστικότητας της ιδιωτικής ζωής σε περίπτωση επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων χωρίς να υφίσταται συναίνεση για την επεξεργασία τους. Καθ’ όσον αφορά, δηλαδή, σε επεμβάσεις σε αρχεία που είναι κρυφά και δεν έχουν δημοσιοποιηθεί και στην επεξεργασία κρυφών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από επέμβαση σε κρυφό αρχείο.
Όμως δεν προσβάλλεται το δικαίωμα για πληροφορική αυτοδιάθεση και στην ιδιωτική ζωή, και παύει να τυγχάνει προστασίας από τον εν λόγῳ νόμο, όταν πλέον έχει ευρέως δημοσιοποιηθεί ήτοι όταν τέτοια προσωπικά δεδομένα του ατόμου είναι γνωστά σε έναν μεγάλο αριθμό προσώπων ή μπορούν να γίνουν από αυτούς εύκολα αντιληπτά και θεωρούνται εξακριβωμένα.
Στην περίπτωση του μέσου κοινωνικής δικτύωσης «Facebook» ο χρήστης αν και έχει τη δυνατότητα να προβεί σε ρυθμίσεις περιορισμού προσβάσεως στις πληροφορίες του και να περιορίσει τον κύκλο των προσώπων που έχουν πρόσβαση σε αυτά, στις φωτογραφίες του και γενικότερα στις αναρτήσεις του, δηλαδή να προβεί, εν τούτοις επιλέγει να τα καταστήσει δημόσια κι ελεύθερα προσβάσιμα σε όλους (ακόμη και σε χρήστες του διαδικτύου που δεν έχουν λογαριασμό στο «Facebook») τα στοιχεία αυτά, με την καταχώρισή τους στον εν λόγω ιστότοπο χωρίς ρυθμίσεις ασφαλείας τότε το πρόσωπο δεν απολαμβάνει της προστασίας των προσωπικών του δεδομένων καθ’ ότι το ίδιο τα κατέστησε γνωστά σε μεγάλη ή εν δυνάμει άγνωστο αριθμό προσώπων.
Έτσι, πληροφορίες που αναρτώνται από το υποκείμενο των δεδομένων σε δημόσια πρόσβαση στο διαδίκτυο δεν συνιστούν προσωπικό δεδομένο και δεν εμπίπτουν στις προστατευτικές διατάξεις του ν. 2472/1997 (και πλέον του ν. 4624/2019, βλ. ΤριμΕφΑΘ 175/2014 ΔΣΑ ΤΝΠ).
Υπό αυτό το νομικό συλλογισμό σε δικαστική αστική υπόθεση, από τη μελέτη των δημοσίων αναρτήσεων φωτογραφιών του στην ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης «Facebook», που προσκομίσθηκε από τον αντίδικο, προκύπτει ότι ο αιτών έχει αφανή εισοδήματα από άλλες πηγές, τις οποίες παρέλειψε να αναφέρει στην αίτησή του, γεγονός που συνεπάγεται ότι η περιουσιακή του κατάσταση είναι διαφορετική από αυτήν που παρουσιάζει στην κρινόμενη αίτηση και για τον λόγο αυτό η αίτηση απορρίπτεται.
Επομένως προσέχετε με ποιους και πόσους μοιράζεσθε τις προσωπικές σας πληροφορίες, στα Μέσα Κοινωνικής Δικτυώσεως