Πλείονες εναγόμενοι απλοί ομόδικοι-δυνατότητα υπαγωγής σε διαμεσολάβηση μέρους αυτών-δυνατότητα εκουσίας κτηματολογικής διαμεσολαβήσεως με συμμετοχή μη διαδίκων
Ιστορικό:
Σε αγωγή α) αναγνωριστική και β) του άρθρου 6§2 ν. 2664/1998 όπως αυτό τροποποιήθηκε και ισχύει με το άρθρο 8 ν.4821/2021, ενώπιον Μονομελούς Πρωτοδικείου, ο διορισμένος από την ΚΕΔ κτηματολογικός διαμεσολαβητής διεξήγαγε την ΥΑΣΔ.
Δεδομένου ότι τα μέρη τελούν μεταξύ τους σε σχέση απλής ομοδικίας (άρθρ. 74-75 ΚΠολΔ), οι τρεις από τους πέντε εναγομένους και το επισπεύδον μέρος αποφάσισαν κατά την ΥΑΣΔ να επιλύσουν τη διαφορά τους με κτηματολογική Διαμεσολάβηση.
Από τη διερεύνηση της υπόθεσης όμως προκύπτει ότι προκειμένου τα ανωτέρω τέσσερα μέρη να μπορέσουν να επιλύσουν τη διαφορά τους με κτηματολογική διαμεσολάβηση, πρέπει πρωτίστως να πραγματοποιηθεί διόρθωση της αρχικής πρώτης εγγραφής στο οικείο Κτηματολογικό γραφείο, η οποία θα εμπεριέχει και γεωμετρικές μεταβολές, σε ακίνητο του ενός εκ των εναγομένων με όμορο ακίνητο και ιδιοκτήτη, ο οποίος δεν συμπεριλαμβάνεται στην ανωτέρω κατατεθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αγωγή.
Για την διαφορά λοιπόν, η οποία αφορά το ακίνητο του ενός εκ των εναγομένων στη παρούσα αγωγή με το όμορο ακίνητο ιδιοκτήτη που δεν συμπεριλαμβάνεται στην αγωγή, η διόρθωση της οποίας όμως αποτελεί και προϋπόθεση ούτως ώστε οι σημερινοί διάδικοι να μπορέσουν να επιλύσουν τη διαφορά τους μέσω Κτηματολογικής διαμεσολάβησης, είχε στο παρελθόν και προ ισχύος του ν.4821/2021 ασκηθεί αγωγή, όπου διάδικοι ήσαν ο εναγόμενος στη παρούσα αγωγή με τον ιδιοκτήτη του όμορου ακινήτου.
Διαβάζοντας την απόφαση 214/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, η υπαγωγή διαφοράς σε Κτηματολογική διαμεσολάβηση δεν προϋποθέτει άσκηση αγωγής.
Με δεδομένα τα ανωτέρω, τίθενται τα κατωτέρω ερωτήματα:
1ον. Είναι εφικτό, να υπαγάγουν τη διαφορά τους σε κτηματολογική διαμεσολάβηση μόνο οι τρεις από τους πέντε εναγομένους και το επισπεύδον μέρος, εφόσον τα μέρη τελούν μεταξύ τους σε σχέση απλής ομοδικίας (άρθρ. 74-75 ΚΠολΔ);
2ον. Δεδομένου ότι ο χρόνος προσεπίκλησης στην παρούσα αγωγή για τον, κατά τα ανωτέρω, ιδιοκτήτη του όμορου ακινήτου έχει παρέλθει, δύναται αυτός να συμπεριλήφθη στο ιδιωτικό συμφωνητικό υπαγωγής στην Κτηματολογική Διαμεσολάβηση και στο πρακτικό επίλυσης για την παρούσα κτηματολογική διαφορά;
3ον. Για την επίλυση μιας κτηματολογικής διαφοράς με εκούσια Κτηματολογική διαμεσολάβηση θα πρέπει να προϋφίσταται άσκηση αγωγής;
4ον. Δύναται κατά τα ανωτέρω στη παρούσα περίπτωση να γίνει χρήση του άρθρου 3§1 ν.4640/3019 και τα μέρη να υπαγάγουν τη διαφορά τους σε κτηματολογική Διαμεσολάβηση και με τον ιδιοκτήτη του όμορου ακινήτου, το όνομα του οποίου δεν συμπεριλαμβάνεται στη παρούσα αγωγή κατά του οποίου όμως είχε ασκηθεί αγωγή (προ ισχύος του ν. 4821/2021) από τον έναν εκ των εναγομένων στη παρούσα αγωγή και δεδομένης της πρωταρχικής σημασίας που έχει η συμβολή του ως προς την επίλυση της διαφοράς που αφορά την παρούσα αγωγή
Επί των ως άνω ερωτημάτων η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων της ΚΕΔ διατύπωσε την εδώ υποστηριζόμενη άποψη η εξής απάντηση:
1ον. Είναι δυνατή η υπαγωγή υποθέσεως σε Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία Διαμεσολάβησης (ΥΑΣΔ) με ορισμένους μόνο των εναγομένων αν αυτοί συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής ομοδικίας. Είναι αδιάφορο αν πρόκειται για το ίδιο ή διαφορετικό βιοτικό συμβάν.
2ον. Προσεπίκληση προβλέπεται στο νόμο για συγκεκριμένες περιπτώσεις, ενώ στην όλη διαδικασία της διαμεσολάβησης δεν μπορούν να ενταχθούν τρίτοι που δεν είναι διάδικοι.
3ον. Ως έχει η διάταξη του άρθρ. 6§2 περ. δ ν. 2664/1998, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το ν. 4821/2021, η διαμεσολάβηση προϋποθέτει άσκηση αγωγής. Υπάρχει επομένως μια διαφοροποίηση σε σχέση με τη γενική ρύθμιση του ν.4640/2019 κατά την οποία η δρομολόγηση της διαδικασίας μπορεί να προηγείται της ασκήσεως της αγωγής.
4ον. Κατά την εδώ υποστηριζόμενη άποψη για εκκρεμείς την 01.04.2022 αγωγές με αντικείμενο τη διόρθωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής μπορεί να λάβει χώρα εκούσια διαμεσολάβηση, η ευδοκίμηση της οποίας επιφέρει τις συνέπειες που αναγράφονται στο νόμο (περ. δ). Αυτό επιβάλλεται για την ταυτότητα του νομικού λόγου. Ο ν. 4821/2021 αναφέρεται σε ΥΑΣ, αυτό όμως δεν αποκλείει την υπαγωγή της υπόθεσης σε διαμεσολάβηση και με συμφωνία των μερών μετά την άσκηση της αγωγής.
Ποιες είναι οι συνέπειες από την μη προσκομιδή του ενημερωτικού εντύπου διαμεσολαβήσεως;
Σε ποιες περιπτώσεις θεραπεύεται η έλλειψη της προσκομιδής του;
Μέχρι πότε μπορεί να προσκομισθεί εμπροθέσμως στο Δικαστήριο;
Απάντηση:
1.Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 4640/2019 (Φ.Ε.Κ. Α’ 190/30.11.2019), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 65 του Ν. 4647/2019 (Φ.Ε.Κ. Α’ 204/16.12.2019) πριν από την προσφυγή στο Δικαστήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος οφείλει να ενημερώσει τον εντολέα του εγγράφως για τη δυνατότητα διαμεσολαβητικής διευθετήσεως της διαφοράς ή μέρους αυτής σύμφωνα με την παράγραφο 1 του νόμου αυτού, καθώς και για την υποχρέωση προσφυγής στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία και τη διαδικασία αυτής. Το ενημερωτικό έγγραφο υπογεγραμμένο από τον εντολέα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατατίθεται με το δικόγραφο της αγωγής ή με τις προτάσεις το αργότερο μέχρι τη συζήτησή της, επί ποινή απαραδέκτου της συζητήσεως της αγωγής. Η υποχρέωση αυτή υφίσταται ανεξαρτήτως της τυχόν υπαγωγής των αγωγών αυτών στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης. Στην τελευταία περίπτωση, δηλ. της υπαγωγής στην ΥΑΣ, επιβάλλεται και η πρόσθετη υποχρέωση καταθέσεως μαζί με τις προτάσεις και του Πρακτικού της συνεδρίας ΥΑΣ, καθώς και η μνεία στο έντυπο του άρθρ. 3§2 της ενημερώσεως του εντολέα για την υποχρέωση προσφυγής στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία (ΥΑΣ).
Επομένως, κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, ακόμη και έπειτα από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, στην περίπτωση που δεν προσκομισθεί στο Δικαστήριο το ενημερωτικό έντυπο διαμεσολαβήσεως, για τις περιπτώσεις που υπάγονται σε ΥΑΣ, κηρύσσεται απαράδεκτη όχι η αγωγή αλλά η συζήτηση της ένδικης αγωγής.
2.Όμως στην περίπτωση που αν και παραλείφθηκε η προσκομιδή της έγγραφης ενημερώσεως του ενάγοντος για τη δυνατότητα επιλύσεως της διαφοράς με διαμεσολάβηση, κατ’ άρθρο 3§2 του ως άνω νόμου, εν τούτοις προσκομίζεται το Πρακτικό περάτωσης της ΥΑΣ, κατ’ άρθρο 7 § 4 Ν. 4640/2019, τότε η παράλειψη αυτή δεν συνεπάγεται το απαράδεκτο της συζητήσεως, καθόσον ο σκοπός του νομοθέτη, ήτοι η ενημέρωση του ανωτέρω διαδίκου, έχει εκπληρωθεί και διασφαλισθεί, εν προκειμένω, μέσω της διενέργειας της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας.
3.Ο χρόνος προσκομιδής του εντύπου ενημερώσεως διαμεσολαβήσεως ορίζεται μέχρι και τον χρόνο συζητήσεως της αγωγής. Η διάταξη υπό τη σημερινή διατύπωσή της ωστόσο παρίσταται ατυχής. Και αυτό διότι, παρότι ως χρόνος συντάξεως και υπογραφής του εντύπου ορίζεται ο χρόνος πριν από την προσφυγή στο Δικαστήριο, πριν δηλαδή την άσκηση της αγωγής, εντούτοις προβλέπεται η προσκομιδή του είτε με ενσωμάτωση στο εισαγωγικό δικόγραφο της αγωγής είτε με τις προτάσεις το αργότερο μέχρι τη συζήτησή της, επί ποινή απαραδέκτου της συζητήσεως της αγωγής (βλ. Μούσας Ν., ό.π. Μάζη Π., Η εκ νέου ρύθμιση του θεσμού της διαμεσολάβησης άρθρα 1-31, 33 και 44 του ν. 4640/2019, ΕλλΔνη 2020.412). Τούτο έχει ως αποτέλεσμα, σε περίπτωση μη προσκομιδής του εντύπου ενημερώσεως μέχρι τον χρόνο της συζητήσεως, την κήρυξη απαράδεκτης αυτής (της συζητήσεως και όχι της αγωγής), χωρίς όμως να μπορεί να θεραπευτεί το ως άνω απαράδεκτο στη νέα συζήτηση, μετά από επαναφορά της υπόθεσης με κλήση ενώπιον του Δικαστηρίου και προσκομιδή στη συζήτηση αυτή του σχετικού εντύπου, αφού και στην περίπτωση αυτή, η σύνταξη του εγγράφου της ενημερώσεως δεν θα προηγείται της καταθέσεως της αγωγής. Για τον λόγο αυτόν, κατόπιν διασταλτικής ερμηνείας του όρου «προσφυγή στο Δικαστήριο», θα πρέπει να γίνει δεκτό, ότι ορίζοντας ο νομοθέτης ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος οφείλει να ενημερώσει τον εντολέα του εγγράφως για τη δυνατότητα διαμεσολαβητικής διευθετήσεως της διαφοράς πριν από την ως άνω προσφυγή, εννοεί ότι η ως άνω ενημέρωση και σύνταξη του εγγράφου πρέπει να πραγματοποιηθεί μέχρι πριν από τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο.
Κατά την επιεικέστερη αλλά μειοψηφούσα νομολογία, με βάση την παραδοχή ότι η επιταγή του άρθρ. 3§2 ν. 4640/2019 δεν εξαντλείται απλώς στη σύνταξη του εγγράφου, αλλά επιβάλλει γνήσιο καθήκον έγκαιρης ενημερώσεως του εντολέα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, χωρίς η παράλειψη αυτής όμως να επάγεται δικονομικές συνέπειες, αφού ο νομοθέτης περιόρισε την εμβέλεια του απαραδέκτου αποκλειστικά στην περίπτωση της μη προσκομιδής του ενημερωτικού εντύπου, διατυπώθηκε η άποψη ότι είναι δυνατή η μεταγενέστερη διενέργειά της και η προσκομιδή του ενημερωτικού εντύπου σε απώτερο χρονικό διάστημα, ακόμα και μετά τη συζήτηση της διαφοράς, θεωρούμενης της σχετικής παραλείψεως ως τυπικής, η οποία δύναται να συμπληρωθεί καθ’ υπόδειξη του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρ. 227 ΚΠολΔ (βλ. Γιαννόπουλος Π., ό.π., σελ. 208, Δελής Γ, ό.π.).
Ωστόσο, η δυνατότητα διενέργειας της ενημερώσεως του ενάγοντος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και μετά τη συζήτηση της υποθέσεως και η προσκομιδή του ενημερωτικού εντύπου μετά τη συζήτηση αυτής, θα αναιρούσε τον σκοπό για τον οποίο θεσπίσθηκε η σχετική υποχρέωση, ο οποίος συνίσταται στην εξοικείωση εν γένει των πολιτών, με τη δυνατότητα εθελούσιας χρήσης του θεσμού του εναλλακτικού τρόπου διευθετήσεως της διαφοράς πριν την προσφυγή στο Δικαστήριο, με αποτέλεσμα η σχετική δήλωση ενημερώσεώς του να παρίσταται κατά το χρονικό εκείνο σημείο εντελώς τυπική και κενή περιεχομένου.
Έτσι κατά την κρατούσα άποψη στην Νομολογία, τόσο η δυνατότητα έγγραφης ενημερώσεως του ενάγοντας και συμπληρώσεως του σχετικού εντύπου, μετά τη συζήτηση της υποθέσεως, όσο και η προσκομιδή του εντύπου μετά τη συζήτηση αυτής, καθ’ υπόδειξη του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρ. 227 ΚΠολΔ, πρέπει να αποκλεισθεί (βλ. και Πλεύρη Α., Παρατηρήσεις υπό την ΠολΠρΘεσ 1045/2021, Αρμ 2021.434, σύμφωνα με την οποία η προσκομιδή του ενημερωτικού εγγράφου, έχουσα συστατικό χαρακτήρα, δεν μπορεί να αναπληρωθεί από άλλα αποδεικτικά μέσα ούτε μέσω της εφαρμογής του άρθρ. 227 ΚΠολΔ, διότι δεν πρόκειται για τυπική παράλειψη)
Συμπέρασμα
Η ασφαλέστερη δικονομικά θέση και προς αποφυγή δυσάρεστων εκπλήξεων, είναι ότι το ενημερωτικό έντυπο διαμεσολάβησης πρέπει να έχει κατατεθεί το αργότερο μέχρι τη συζήτηση της αγωγής μαζί με τις προτάσεις, όπως απαιτεί το άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 4640/2019.
Ποια είναι η τύχη του Πρακτικού της διεξαχθείσας ΥΑΣΔ, μολονότι ο εναγόμενος δηλώνεται ως αγνώστου διαμονής, εν τούτοις αυτός είναι γνωστής διαμονής;
Απάντηση:
Στις περιπτώσεις που υπάγονται στην Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία Διαμεσολαβήσεως (ΥΑΣΔ), για το παραδεκτό της συζητήσεως της αγωγής, κατατίθεται μαζί με τις προτάσεις το πρακτικό της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης. Περαιτέρω, άγνωστος είναι ο τόπος διαμονής ή η ακριβής διεύθυνση της διαμονής, τόσο στην ημεδαπή όσο και στην αλλοδαπή, του προσώπου προς το οποίο γίνεται η επίδοση όταν δεν είναι κοινώς γνωστή η διαμονή του και δεν κατέστη δυνατόν να ανευρεθεί αυτή μολονότι καταβλήθηκε κάθε σχετική προσπάθεια με τα συνήθη μέσα επιμελείας που υπαγορεύεται και από τις αρχές της καλής πίστης, που οφείλουν να τηρούν οι διάδικοι κατά τη διενέργεια των σχετικών διαδικαστικών πράξεων. Απαιτείται δηλαδή για το άγνωστο της διαμονής ευρεία αντικειμενική άγνοια και δεν αρκεί το γεγονός ότι αυτός που παρήγγειλε την επίδοση δεν γνωρίζει για τον τόπο ή τη διεύθυνση της διαμονής εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση (ΑΠ 830/2020 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «Νόμος», ΑΠ 773/2013 ΕΦΑΔ 2014. 297, ΕφΘεσ 414/2010 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «Νόμος», Απαλαγάκη Χ. – Σταματόπουλος Σ. Ο Νέος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο μετά τους Ν. 4842 & 4855/2021, Γιαννόπουλος Π., υπό άρθρο 135, παρ.2 σελ.586). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974, και 110 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι κάθε διάδικος δικαιούται να παρίσταται στις επισπευδόμενες από άλλο διάδικο διαδικαστικές πράξεις επί της υποθέσεώς του και πρέπει να κλητεύεται προς τούτο υπό την προθεσμία και τις διατυπώσεις που τάσσει ο νόμος. Η τήρηση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως, που απορρέει από το ανωτέρω άρθρο, επιβάλλει, προκειμένου για συζήτηση στο ακροατήριο, την πρωταρχική και αυτεπάγγελτη έρευνα για τη νόμιμη και εμπρόθεσμη επίδοση της αγωγής και της κλήσης για συζήτηση προς τον απολειπόμενο διάδικο. Σε περίπτωση δε που ο διάδικος κλητευθεί ως αγνώστου διαμονής, ενώ αυτός είναι γνωστής και διαπιστωθεί αυτό από το Δικαστηρίου, το τελευταίο κηρύσσει τη συζήτηση της υποθέσεως απαράδεκτη, προκειμένου να γίνει η νόμιμη κλήτευση στη γνωστή διαμονή του διαδίκου. Σε αυτό το σημείο ανακύπτει το ερώτημα, ποια είναι η τύχη της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολαβήσεως, όταν ο διάδικος δηλώνεται ως αγνώστου διαμονής και δεν ανευρίσκεται ή δεν του γνωστοποιείται με κάποιο τρόπο ότι θα λάβει χώρα η ΥΑΣ, ενώ αυτός είναι γνωστής διαμονής; Κάτι μάλιστα το οποίο διακριβώνεται και από το Δικαστήριο, με την κήρυξη της συζήτησης της αγωγής ως απαράδεκτης. Γιατί μπορεί μεν, να γίνεται δεκτό ότι η υποχρέωση διεξαγωγής της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας, ως όρος του παραδεκτού της συζητήσεως της αγωγής, σε περίπτωση που ο αντίδικος είναι αγνώστου διαμονής, εκπληρώθηκε ακόμα και αν δεν έχει γίνει γνωστοποίηση στο αντίδικο μέρος μέσω επιδόσεως ή υπάρχει τεχνική αταξία αυτής, με σχετική μνεία στο πρακτικό διεξαγωγής της ΥΑΣ (ΜΠρΗλ 103/2023 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «Νόμος», Πλεύρη Α. Διαμεσολάβηση σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ερμηνεία κατ’ άρθρο, εκδ.2021, άρθρο 7, περ. Δ «πρόσωπα αγνώστου διαμονής», υπ’ αριθμ. 79/2022 Γνώμη Επιτροπής Νομικών Θεμάτων ΚΕΔ), ή και ότι σε περίπτωση που είναι αγνώστου διαμονής ο εναγόμενος δεν υπάρχει υποχρέωση διεξαγωγής υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης ως όρος του παραδεκτού της συζήτησης της αγωγής (Πλεύρη Α. ΕφΑΔΠολΔ 1/2025), πλην όμως αυτό ισχύει μόνο όταν πράγματι ο εναγόμενος είναι αγνώστου διαμονής. Σε περίπτωση όμως, που ο εναγόμενος δηλώνεται ως αγνώστου διαμονής, και η υποχρεωτική αρχική συνεδρία είτε έχει λάβει χώρα με αυτόν μη παριστάμενο καθώς δεν ανευρέθη, είτε δεν έχει λάβει χώρα καθόλου, πλην όμως η συζήτηση της αγωγής κηρύσσεται απαράδεκτη προκειμένου αυτός να κληθεί, αυτονοήτως πρέπει να διεξάγεται εκ νέου με ορθή πρόσκληση ή το πρώτον η υποχρεωτική αρχική συνεδρία, καλούμενου αυτού να παρασταθεί. Σε διαφορετική περίπτωση, η διαδικασία της διαμεσολαβήσεως θα εξοβελίζονταν σε μια τυπική δικονομική προϋπόθεση, κάτι που ούτε σκοπός του νομοθέτη, ούτε προς το συμφέρον των διαδίκων και της δικαιοσύνης εν γένει είναι.
Σύμφωνα με όσα αναφέρονται αναλυτικά ανωτέρω, από τη στιγμή που η συζήτηση της αγωγής κηρύχθηκε απαράδεκτη λόγω του ότι η εναγόμενη είναι γνωστής και όχι αγνώστου διαμονής, και συνεπώς πρέπει να γίνουν οι νόμιμες κοινοποιήσεις προς αυτή, το ίδιο πρέπει να γίνει και ως προς την υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης και να της γνωστοποιηθεί η διενέργεια αυτής καθώς να της παρασχεθεί το δικαίωμα να παραστεί σ’ αυτή.
Δηλαδή, αν ο ενάγων στην εκ νέου ασκηθείσα αγωγή ως γνωστής διαμονής του εναγομένου, δεν προσκόμισε νέο Πρακτικό ΥΑΣΔ, ισχυριζόμενος και προσκομίζων ότι καλύπτει το προηγούμενο Πρακτικό ΥΑΣΔ και το Δικαστήριο δεν προέβη σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 227 ΚΠολΔ, προκειμένου να αναζητηθεί εάν έλαβε χώρα εκ νέου υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης μετά την κήρυξη της συζητήσεως της αγωγής ως απαράδεκτης, τότε δεν τηρήθηκε νομότυπα, εν προκειμένω, η προβλεπόμενη στις διατάξεις των άρθρων 6 και 7 Ν. 4640/2019 διαδικασία, η οποία είναι αναγκαία για το παραδεκτό της συζητήσεως, καθώς η διενέργεια της αρχικής υποχρεωτικής συνεδρίας που προσκομίσθηκε έλαβε χώρα χωρίς να αναζητηθεί ο εναγόμενος ως γνωστής διαμονής. Το γεγονός αυτό ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο και για τον λόγο αυτό κρίνεται απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής.
Σύμφωνα με το άρθρο 6§2δ’ του ν.2664/1998, όπως ισχύει, στις κτηματολογικές αγωγές για την διόρθωση ανακριβών πρώτων εγγραφών, πριν από τη συζήτησή τους και επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης ο ενάγων οφείλει να προσκαλέσει, με την αγωγή ή με ιδιαίτερο δικόγραφο, τους εναγόμενους. Η σχετική πρόσκληση για την κτηματολογική ΥΑΣΔ μπορεί να περιλαμβάνεται:
α)είτε ως αυτοτελές τμήμα του περιεχομένου της κατατεθειμένης αγωγής
β)είτε και στην εντολή προς επίδοση του δικογράφου της αγωγής ή ακόμη και της κλήσεως προς συζήτηση
γ)είτε με ιδιαίτερο δικόγραφο. Ως δικόγραφο νοείται το διαδικαστικό έγγραφο που συντάσσεται προς πιστοποίηση διαδικαστικής πράξως των διαδίκων και το οποίο είτε υποβάλλεται στο Δικαστήριο είτε επιδίδεται από τον έναν διάδικο στον άλλον, όπως είναι η εξώδικη δήλωση, η οποία επιδίδεται, μετά την άσκηση της αγωγής, από τον δηλούντα διάδικο στον αντίδικό του για την πιστοποίηση διενέργειας διαδικαστικής πράξεως κλήσεως σε ΥΑΣΔ
Σε κάθε περίπτωση, όποια οδό και αν ακολουθήσουμε, παραθέτουμε κατωτέρω ένα υπόδειγμα περιεχομένου προσκλήσεως σε κτηματολογική ΥΑΣΔ, ελπίζοντας ότι θα διευκολύνει και θα αποτελέσει μια βάση για να το προσαρμόσει ο κάθε συντάκτης στο δικό του ύφος.
Σας γνωστοποιούμε ότι έχουμε ασκήσει εναντίον σας την κατ’ άρθρον 6§2 ν.2664/1998, από ………. (ημερομηνία συντάξεως αγωγής) υπό ΓΑΚ …………… και ΕΑΚ …………….. αγωγή μας ενώπιον του ……..μελούς Πρωτοδικείου …………….. προσδιορισθείσα για την δικάσιμο της ……………………. και στο Πινάκιο …………… με την οποία αιτούμεθα
Αντικείμενο της διαφοράς
Περιγράφουμε το αντικείμενο της ένδικης διαφοράς, παραθέτοντας κατά κανόνα το διατακτικό της αγωγής μας
και
Σας προσκαλούμε σε Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία Διαμεσολαβήσεως (Υ.Α.Σ.Δ.) επί της ως άνω αγωγής μας, ενώπιον του, κατόπιν αιτήματός μας, ορισθέντος, αυτοματοποιημένα, από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολαβήσεως (Κ.Ε.Δ.) Διαπιστευμένου στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Κτηματολογικού Διαμεσολαβητή, (πλήρη στοιχεία) …………………, με Α.Μ.Δ.Δ. …….. , εγγεγραμμένου στο Ειδικό Μητρώο Κτηματολογικών Διαμεσολαβητών, το οποίο καταρτίζεται και τηρείται σε ηλεκτρονική μορφή από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης του άρθρου 10 του ν. 4640/2019, εδρεύοντος στην ………….., οδός …………….., αριθ….., με email ……………., τηλ. ………………… και η οποία Υ.Α.Σ.Δ., όπως ορίζεται, κατά τα λοιπά, κατ’ άρθρον 7 του ν.4640/2019, θα λάβει χώρα την ……../…/2026, ημέρα …… και ώρα ….. στην Αθήνα, επί της οδού …………, αριθ. …., ….. όροφος, μέσω της εφαρμογής zoom στο link ………………………… και στην οποία σας καλούμε να παραστείτε με το νομικό παραστάτη σας, όπου ανωτέρω αναφέρεται.
Σε περίπτωση αδικαιολόγητης μη εμφανίσεώς σας στην Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία, σας επιβάλλεται αυξημένη δικαστική δαπάνη, κατ’ άρθρον κατ’ άρθρον 6§2δ’εδαφ.β του ν.2664/1998.
Πολλές φορές έχουμε αντιμετωπίσει στο δικηγορικό μας γραφείο περιπτώσεις, όπου έχουν «ξεμείνει» αποθήκες σε παλαιές στην πλειονότητά τους πολυκατοικίες, με ποσοστά συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου, δηλ. είναι ανεξάρτητες και αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες, χωρίς να τις έχει δηλώσει κανένας κατά την κτηματογράφηση, συνήθως του οικοπεδούχου ή αδιάθετες από το εργολαβικό αντάλλαγμα και τόσο ο αρχικός οικοπεδούχος έχει αποβιώσει και οι κληρονόμοι του αγνοούνται ή αγνοούν την ύπαρξη αυτών των ιδιοκτησιών όσο και οι εργολαβικές εταιρείες έχουν λυθεί και εκκαθαρισθεί με αποτέλεσμα αυτές οι ορφανές οριζόντιες ιδιοκτησίες να λαμβάνουν ΚΑΕΚ με την ένδειξη «ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΙΔΙΟΚΤΗΤΗ». Ποια είναι η τύχη τους; Μπορεί να διεκδικηθεί η κυριότητά τους με χρησικτησία; Μπορεί να αλλάξει αυτή η πρώτη εγγραφή και ποια διαδικασία;
Η απάντηση είναι ΝΑΙ. Μπορεί να επιτευχθεί η αναγνώριση της κυριότητας επί αυτών με έγερση αγωγής με βάση της έκτακτη χρησικτησία, δηλ. της εικοσαετούς χρήσεως της οριζοντίου διανοίᾳ κυρίου αλλά προσοχή, η εικοσαετία πρέπει να έχει συμπληρωθεί κατά τον χρόνο ενάρξεως λειτουργίας του Κτηματολογίου και όχι κατά τον χρόνο ασκήσεως της σχετικής αγωγής, όπως προέβλεπε η διάταξη του άρθρου 6§3στ’ του ν.2664/1998, που είχε προστεθεί με το άρθρο 37§2 του ν.4315/24-12-2014 , διότι έχει κριθεί αντισυνταγματική.
Κατωτέρω παραθέτουμε κατατοπιστικό απόσπασμα της υπ’ αριθ. Αποφ.11094/2025 Μον.Πρωτ.Αθ. (αδημοσ.), επί υποθέσεως που χειρίστηκε το Γραφείου μας, σχετικά με τις προϋποθέσεις για το ορισμένο και βάσιμο της αγωγής και την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως:
Από τον συνδυασμό των άρθρων 974,1045, 1046 και 1094 Α.Κ., 1,3,4§1,6§§1,2,3,9,10 και 11 Ν.2664/1998 που ρυθμίζει την λειτουργία του Εθνικού Κτηματολογίου, 701,117,118 εδ.4 και 216§1ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο αγωγής διορθώσεως ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο Κτηματολογικό Φύλλο αναφορικά με τη λέξη «άγνωστος» ως δικαιούχου κυριότητας ακινήτου, με επικαλούμενη αιτία κτήσεως από τον ενάγοντα πραγματικό δικαιούχο κυριότητας την έκτακτη χρησικτησία, η όποια αγωγή είναι πρωτίστως αναγνωριστική κυριότητος με παρεπόμενο το διαπλαστικό αίτημα της διορθώσεως των κτηματολογικών εγγραφών, απαιτείται να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο α)ότι ο πραγματικός δικαιούχος απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο και δη έκτακτη χρησικτησία κατά το χρονικό διάστημα πριν από την έναρξη λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου σε μια περιοχή και είχε τέτοια κυριότητα στο συγκεκριμένο χρονικό σημείο, ήτοι στην έναρξη λειτουργίας του εθνικού κτηματολογίου, καθόσον κρίσιμος χρόνος για την έναρξη εμπραγμάτου δικαιώματος που προσβάλλεται με τις ανακριβείς πρώτες εγγραφές είναι αυτός της ενάρξεως του Εθνικού Κτηματολογίου σε μια περιοχή όπως καθορίζεται με σχετική απόφαση του ΟΚΧΕ για τις παλιές κτηματογραφήσεις και μετέπειτα με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και ήδη με τον ν.452/2018 για τις νέες κτηματογραφήσεις με απόφαση του ΔΣ του ΝΠΔΔ «Ελληνικό Κτηματολόγιο», και όχι αυτός της εγέρσεως της αγωγής του άρθρου 6§2 του ν.2664/1998 [ΑΠ 251/2025, ΑΠ 202/2025, ΑΠ1954/2024, ΑΠ 1170/2024, ΑΠ1070/2023, ΑΠ1067/2023, ΑΠ 391/2023, ΜΕφ.Θεσ.1916/2023, αντιθ.ΑΠ 1549/2022. Η διάταξη του άρθρου 37§2 του ν.4315/24-12-2014, με την οποία προστέθηκε στην παράγραφο 3 του άρθρου 6 του ν.2664/1998 η περίπτωση στ΄, κατά την οποία «Όταν ο τίτλος κτήσεως του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και για το οποίο ζητείται η διόρθωση είναι χρησικτησία η συμπλήρωση της νομής υπολογίζεται κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής», ελέγχεται ως αντισυνταγματική λόγῳ της αντιθέσεώς της με την αρχή της ισότητας (άρθρο 4§1 και 2 του Συντάγματος) και της προστασίας της ιδιοκτησίας (άρθρο 17§1 του Συντάγματος), καθόσον προσδίδει περισσότερα δικαιώματα σε αυτόν που δεν δικαίωμα είχε κατά την κτηματογράφηση και για αυτό δεν το δήλωσε, έναντι αυτού που είχε δικαίωμα και προέβη σε υποβολή δηλώσεως (αντί άλλων ΜΕφ.Πατρ.600/2022, ΜΕφ.Πατρ.348/2022, ΜΕφ.Αν.Κρ.37/2021, ΜΕφ.Πειρ.495/2020, ΜΕφ.ΔυτΜακ./35/2020 και Μ.Εφ.Δυτ.Μακ.96/2019]. Σύμφωνα με τα παραπάνω, κρίσιμος χρόνος για τη συνδρομή των προϋποθέσεων της εκτάκτου χρησικτησίας είναι ο χρόνος ενάρξεως του κτηματολογίου σε μια περιοχή, ούτως ώστε ο χρόνος νομής (εικοσαετής) πρέπει να έχει συμπληρωθεί πριν την έναρξη ισχύος του Εθνικού Κτηματολογίου στη συγκεκριμένη περιοχή. Σε αντίθετη περίπτωση, όταν δηλαδή ο χρόνος της χρησικτησίας συμπληρώνεται μετά την έναρξη λειτουργίας του Κτηματολογίου η αγωγή του άρθρου 6 παράγραφος 2 είναι απορριπτέο ως μη νόμιμη [ΕφΛαρ179/2012]. Όμως, σε περίπτωση που ο ενάγων δεν συμπληρώνει στο πρόσωπό του τον χρόνο της εικοσαετούς νομής κατά την έναρξη ισχύος του Εθνικού Κτηματολογίου στη συγκεκριμένη περιοχή, αλλά αυτή συμπληρώνεται με την προσμέτρηση του χρόνου νομής του προκατόχου του, δικαιούται να επικαλεστεί και να αποδείξει το πραγματικό του άρθρου 1051 Α.Κ. (προσαύξηση νομής λόγω καθολικής διαδοχής) ώστε να προσμετρηθεί στην δική του νομή ο χρόνος νομής του προκατόχου του, το οποίο δεν μπορεί να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπ’όψιν από το Δικαστήριο παρά μόνο κατόπιν επικλήσεως του ενάγοντος.
Επομένως και συμπερασματικά: Φυσικά αν και στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εκτάκτου χρησικτησίας τότε προσμετρά και αυτός ο χρόνος ώστε να συμπληρωθεί η έκτακτη χρησικτησία κατά τον χρόνο ενάρξεως λειτουργίας του Κτηματολογίου, γεγονός που πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο ενάγων.
Τέλος, μη ξεχνάτε ότι πλέον αυτές οι κτηματολογικές διαφορές, με την τελευταία ρύθμιση του ν.5197/2025, υπάγονται στην Υποχρεωτική Διαμεσολάβηση και δύνανται να λυθούν εξωδικαστικώς, όπως λεπτομερώς αναλύουμε σε προηγούμενο άρθρο μας
Για οποιαδήποτε περαιτέρω πληροφορία μη διστάζετε να επικοινωνήσετε μαζί μας στην ηλεκτρονική διεύθυνση: mellawfirms@gmail.com
Μεταξύ των διαφορών που αναφύονται κατά την ένταξη και την εφαρμογή του Κτηματολογίου και μας ενδιαφέρουν για την Διαδικασία της Διαμεσολαβήσεως που εξετάζουμε στο παρόν, είναι συνήθως οι ανακριβείς πρώτες εγγραφές(αρθρ.6§2α ν.2664/1998), οι οποίες περιέχουν λάθη σχετικά με την ταυτότητα του ιδιοκτήτη, τα όρια του ακινήτου ή άλλα στοιχεία που επηρεάζουν την ιδιοκτησία και επιλύονται με την άσκηση της αγωγής που προβλέπεται στο αρθρ.6§2α ν.2664/1998.
Β.Αναλυτικά
1.Οι πρώτες εγγραφές που αφορούν στα όρια, το σχήμα ή το μέγεθος του ακινήτου όπως αυτά καταγράφονται στο κτηματολόγιο, ονομάζονται γεωμετρικές εγγραφές και για το λόγο αυτό το δικαστικό αίτημα αποσκοπεί να διορθωθούν αυτά τα στοιχεία και να επιφέρει στο ακίνητο γεωμετρικές μεταβολές. Αυτές οι γεωμετρικές μεταβολές μπορεί να περιλαμβάνουν συνένωση, κατάτμηση, αλλαγή ορίων, σύσταση ή κατάργηση δουλειών διόδου, ή διόρθωση σφαλμάτων στα γεωμετρικά στοιχεία.
Διαδικασία επιλύσεως
Οι διαφορές αυτές επιλύονται με αγωγή ενώπιον του αρμόδιου καθ’ ύλην και κατά τόπον Πρωτοδικείου από το οποίο ζητείται να αναγνωρισθεί το δικαίωμα που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και να διορθωθεί, ολικά ή μερικά, η πρώτη εγγραφή (αρθρ.6§2α ν.2664/1998). Η αγωγή, αναγνωριστική ή διεκδικητική, ασκείται από όποιον έχει έννομο συμφέρον μέσα σε αποκλειστική προθεσμία που λήγει την 31η Δεκεμβρίου του έτους, εντός του οποίου συμπληρώνονται οκτώ (8) έτη (αρθρ.6§2γ ν.2664/1998), η οποία προθεσμία, των οκτώ (8) ετών, αρχίζει από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της αποφάσεως του Δ.Σ. του Φορέα, σύμφωνα με την οποία αρχίζει η λειτουργία του κατά τόπον Κτηματολογικού Γραφείου στο οποίο ανήκει το ακίνητο (αρθρ.1§3 ν.2664/1998).
2.Ως ειδικότερη έκφανση των διαφορών που αναφύονται, κατά τις πρώτες εγγραφές, είναι αυτές που αφορούν σε ακίνητα που δεν έχουν εγγραφεί ως ανήκοντα σε ορισμένο πρόσωπο και φέρονται στα κτηματολογικά βιβλία και στα λοιπά στοιχεία του Κτηματολογίου ως ακίνητα «αγνώστου ιδιοκτήτη»(αρθρ.6§3α ν.2664/1998), των οποίων η εγγραφή μπορεί να διορθωθεί υπό τις κατωτέρω δικονομικές διαδικασίες:
i.Διαζευκτικά κατ’ ελεύθερη επιλογή, με την προβλεπόμενη στο αρθρ.6§2α ν.2664/1998αγωγή ή μπορεί να ζητηθεί και με αίτηση εκείνου που ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα, η οποία υποβάλλεται ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου και, μέχρις ότου ορισθεί αυτός, στο Μονομελές Πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (αρθρ.6§3α ν.2664/1998).
ii.Όταν η διόρθωση αφορά σε ανακριβή αρχική εγγραφή δικαιώματος που έχει καταχωριστεί εν μέρει με την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» και εν μέρει με την ένδειξη υπέρ τρίτου προσώπου που αναγράφεται ως δικαιούχος, τότε ασκείται η ως άνω αγωγή του αρθρ.6§2α ν.2664/1998, που απευθύνεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου και κατά του αναγραφόμενου ως δικαιούχου του δικαιώματος στο οποίο αφορά η εγγραφή κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην παράγραφο αυτή. Το ίδιο ισχύει και για τη διόρθωση αρχικών εγγραφών επί ακινήτου, που τμήματά του έχουν καταχωριστεί με την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» και υπέρ τρίτου προσώπου που αναγράφεται ως δικαιούχος.
iii. Όταν πρόκειται για διόρθωση αρχικής εγγραφής επί γεωτεμαχίου (όχι όταν αφορά σε οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία), με την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» και ο δικαιούχος επικαλείται ως τίτλο κτήσεως την έκτακτη χρησικτησία, τότε κατ’ εξαίρεση δεν κατατίθεται αίτηση κατά την Εκουσία Δικαιοδοσία του αρθρ.6§3α ν.2664/1998 αλλά ασκείται η αγωγή του αρθρ.6§2α ν.2664/1998 που απευθύνεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου.
Οι ανωτέρω υποθέσεις, εφ’ όσον πληρούσαν τα κριτήρια του άρθρ.3 ν.4640/2019, θα μπορούσαν να υπαχθούν από τους διαδίκους στην διαδικασία της Διαμεσολαβήσεως, δηλ. αν επρόκειτο για αστικές και εμπορικές διαφορές, εθνικού ή διασυνοριακού χαρακτήρα, υφιστάμενες ή μέλλουσες, εφόσον τα μέρη έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντικείμενο της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.
Όμως, πρακτικά αν διάδικος ή αναγκαίος ομόδικος ήταν το Δημόσιο, Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ. η διαμεσολάβηση αποκλειόταν, διότι εξ αρχής και παγίας τακτικής το Δημόσιο και οι λοιποί φορείς του, δεν συναινούσε σε υπαγωγή στην Διαμεσολάβηση. Μάλιστα δεν υπήρχε και καμία νομοθετική πρόβλεψη ώστε, έστω και εμμέσως, να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις προσελεύσεώς του στην διαδικασία της Διαμεσολαβήσεως, αντιθέτως ρητώς με το άρθρ.6§2 ν.4640/2019 προβλέπεται ότι: Εξαιρούνται από την υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολαβήσεως (Υ.Α.Σ.) οι διαφορές στις οποίες διάδικο μέρος είναι το Δημόσιο, Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ..
Αποτέλεσμα αυτής της παγιωμένης καταστάσεως ήταν, οι διάδικοι-πολίτες να ταλαιπωρούνται με χρονοβόρους δικαστικούς αγώνες (αναβολές, μακρινές δικασίμους, καθυστέρηση εκδόσεως δικαστικών αποφάσεων, άσκηση ενδίκων μέσων) και φυσικά μεγαλύτερη οικονομική επιβάρυνση ακόμη και για υποθέσεις που ήταν προφανής η έκβασή τους και εύκολα ήταν δυνατόν να δοθεί ταχεία λύση μέσῳ ενός Πρακτικού επιτυχούς Διαμεσολαβήσεως
Δ.Νέο ισχύον καθεστώς (ν.5197/2025)
Στις 16 Μαΐου 2025 δημοσιεύθηκε ο ν.5197/2025, ο οποίος επέφερε ρηξικέλευθες αλλαγές στα όσα γνωρίζαμε μέχρι σήμερα ως προς την κτηματολογική διαμεσολάβηση και αρχίσει να ισχύει από την 16/9/2025. Στο παρόν σημείωμά μας δεν θα ασχοληθούμε με τα επιμέρους δικονομικά και εφαρμογής διαχρονικού δικαίου ζητήματα τα οποία χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής αλλά και ερμηνείας, όπως ορθώς έγκριτοι Συνάδελφοι Νομικοί έχουν εντοπίσει αλλά θα εστιάσουμε στην θετική επίπτωση που έχει η νομοθετική ρύθμιση στην επίλυση των κτηματολογικών διαφορών από τις εσφαλμένες πρώτες εγγραφές.
Συγκεκριμένα, δυνάμει του άρθρ. 59§1 του ν.5197/2025 τροποποιείται ριζικά το άρθρ. 6§2 του ν.2664/1998 όσον αφορά την υποχρεωτική αρχική συνεδρία κτηματολογικής διαμεσολάβησης, με την υπαγωγή στην τελευταία και των διαφορών με εναγόμενο το Ελληνικό Δημόσιο, Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) αλλά και με την εισαγωγή ενός νόμιμου (μαχητού) τεκμηρίου στις ιδιοκτησιακές διαφορές που στρέφονται κατά του Ελληνικού Δημοσίου.
Αναλυτικά:
I.Υποχρεωτική πρόσκληση Υ.Α.Σ. προς όλους τους εναγομένους: Πριν από τη συζήτηση της αγωγής του άρθρ.6§2α ν.4640/2019, για τις περιπτώσεις των ανακριβών πρώτων εγγραφών και του «αγνώστου ιδιοκτήτη» τις οποίες αναλυτικά ανωτέρω αναφέρουμε, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης ο ενάγων οφείλει να προσκαλέσει, με την αγωγή ή με ιδιαίτερο δικόγραφο, όλους τους εναγόμενους, εκτός των προσώπων αγνώστου διαμονής, σε υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολαβήσεως ενώπιον Κτηματολογικού Διαμεσολαβητή που επιλέγεται από ειδικό μητρώο, το οποίο καταρτίζεται και τηρείται σε ηλεκτρονική μορφή από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης του άρθρου 10 του ν. 4640/2019.
II.Αντικίνητρο: Σε περίπτωση αδικαιολόγητης μη εμφάνισης των εναγόμενων στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία επιβάλλεται αυξημένη δικαστική δαπάνη.
III.Πρακτικό επίτευξης συμφωνίας: Σε περίπτωση επίτευξης συμφωνίας, το Πρακτικό του Διαμεσολαβητή καταχωρίζεται στο κτηματολογικό φύλλο και διορθώνεται η ανακριβής κτηματολογική εγγραφή, χωρίς να απαιτείται η συνέχιση του δικαστηριακής διαδικασίας ούτε να απαιτείται η έκδοση δικαστικής αποφάσεως.
IV.Υποχρεωτική Υ.Α.Σ. για Δημόσιο, Ο.Τ.Α., Ν.Π.Δ.Δ.-Εξουσιοδοτήσεις: Αν μεταξύ των διαδίκων περιλαμβάνονται το Δημόσιο, Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, κατά παρέκκλιση του άρθρ.6§2 ν.4640/2019 και κάθε άλλης αντίθετης διάταξης, αυτοί συμμετέχουν στην Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία Διαμεσολαβήσεως, στην οποία εκπροσωπούνται από τον αρμόδιο λειτουργό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και από τους υπηρετούντες νομικούς συμβούλους, ή δικηγόρους με έμμισθη εντολή ή από δικηγόρους με ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα, αντιστοίχως. Οι εκπρόσωποί τους (Δημοσίου, Ο.Τ.Α., Ν.Π.Δ.Δ.) λαμβάνουν μέρος στην Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία και υπογράφουν τα Πρακτικά περάτωσης της Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας, της υπαγωγής σε διαδικασία διαμεσολάβησης και της επίτευξης ή μη επίτευξης συμφωνίας.
V.Προθεσμία: Κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διατάξεως, η πρόσκληση για την Υ.Α.Σ. γνωστοποιείται στο Ελληνικό Δημόσιο τουλάχιστον τριάντα (30) ημέρες πριν από τη Συνεδρία.
VI.Τεκμήριο μη προβολής δικαιωμάτων του Δημοσίου, Ο.Τ.Α., Ν.Π.Δ.Δ.: Εντός αυτής της προθεσμίας των 30 ημερών, παρέχεται στους αρμόδιους λειτουργούς έγγραφο των αρμόδιων Υπηρεσιών σχετικά με την προβολή ή μη δικαιωμάτων του Δημοσίου επί του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή πρώτη εγγραφή. Σε περίπτωση μη παροχής του ανωτέρω εγγράφου παράγεται τεκμήριο περί μη προβολής δικαιωμάτων του Δημοσίου.
Πρακτικές συνέπειες-Συμπέρασμα
Κατανοούμε ότι η ανωτέρω ρύθμιση δεν μας απαλλάσσει αυτόματα και άνευ άλλου τινός από τις γραφειοκρατικές και ευθυνοφοβικές αγκυλώσεις του ευρύτερου Δημοσίου τομέα και των υπαλλήλων του που οδηγεί στην αδικαιολόγητη ταλαιπωρία του πολίτη. Αυτό όμως που επιτυγχάνεται είναι αφ’ ενός να αναγκασθεί ο κρατικός μηχανισμός να κινηθεί και να προσέλθουν οι εκπρόσωποι του Δημοσίου στην Υ.Α.Σ. που αποτελεί το πρώτο βήμα της διαμεσολαβήσεως, εξοπλισμένοι μάλιστα και με όλες τις αναγκαίες εξουσιοδοτήσεις μέχρι και να υπογράψουν Πρακτικό επιτεύξεως συμφωνίας, που διαφορετικά δεν επρόκειτο να αποφασίσουν ούτε καν την προσέλευση σε Υ.Α.Σ., ανοίγοντας έτσι μακροπρόθεσμα και τον δρόμο να υπαχθούν στην δυνατότητα διαμεσολαβήσεως και άλλες υποθέσεις με αντίδικο το Δημόσιο και σε άλλους επιπλέον κλάδους Δικαίου. Αφ’ ετέρου σε κάθε περίπτωση ακόμη και αν δεν ακολουθήσει την Υ.Α.Σ. η υπαγωγή της διαφοράς σε διαμεσολάβηση, τουλάχιστον εκπαιδεύεται και εξοικειώνεται και το Ελληνικό Δημόσιο (υπό στενή και ευρεία έννοια) με την διαδικασία της διαμεσολαβήσεως και μέσα από αυτή εθίζει και δείχνει την οδό αυτή και στους πολίτες προκειμένου να την εμπιστευθούν, να την ακολουθήσουν και να εδραιωθεί ως μια εναλλακτική διαδικασία εξωδικαστικής επιλύσεως των διαφορών.
Σε κάθε περίπτωση, η επιτυχής έκβαση της Διαμεσολαβήσεως στις κτηματολογικές διαφορές αμφισβητήσεως εσφαλμένων πρώτων εγγραφών και αγνώστου ιδιοκτήτη, απαλλάσσει τους διαδίκους από σπατάλη χρόνου και χρήματος και συμβάλλει στην βελτίωση των υπηρεσιών και της ταχύτερης απονομής δικαιοσύνης. Προτρέπουμε αναφανδόν να τολμήσετε και να εμπιστευθείτε την διαδικασία διαμεσολαβήσεως επιλέγοντας έμπειρους νομικούς παραστάτες αλλά και εξειδικευμένους Κτηματολογικούς Διαμεσολαβητές
Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να μας αποστείλετε τις ερωτήσεις σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση: mellawfirms@gmail.com
Πότε απαλλάσσονται οι νόμιμοι εκπρόσωποι για οφειλές προς το Δημόσιο. Τί ισχύει;
Πότε και υπό ποίες προϋποθέσεις απαλλάσσονται από την προσωπική και αλληλέγγυα ευθύνη οι νόμιμοι εκπρόσωποι για βεβαιωθείσες οφειλές των νομικών προσώπων και οντοτήτων (εταιρειών και συνεταιρισμών); Ποιες νομικές διατάξεις ισχύουν;
Ισχύων Νόμος
Το άρθρο 50§1,2 του ΚΦΔ (Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 34 του ν. 4646/2019, προβλέπει ότι: Τα πρόσωπα, που είναι: i)εκτελεστικοί πρόεδροι, ii)διευθυντές, iii)γενικοί διευθυντές, iv)διαχειριστές, v)διευθύνοντες σύμβουλοι, vi)εντεταλμένοι στη διοίκηση και εκκαθαριστές των νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων, καθώς και vii)τα πρόσωπα που ασκούν εν τοις πράγμασι τη διαχείριση ή διοίκηση νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας, ευθύνονται προσωπικά και αλληλέγγυα για την πληρωμή του φόρου εισοδήματος, παρακρατούμενου φόρου, κάθε επιρριπτόμενου φόρου, Φόρου Προστιθέμενης Αξίας και του Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων, που οφείλονται από αυτά τα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες, ανεξάρτητα από τον χρόνο βεβαίωσεώς τους, ως και για τους τόκους, πρόστιμα, προσαυξήσεις και οποιεσδήποτε διοικητικές χρηματικές κυρώσεις επιβάλλονται επ’ αυτών, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι κατωτέρω προϋποθέσεις:α.τα ανωτέρω πρόσωπα είχαν μια από τις ανωτέρω ιδιότητες ( περιπτώσεις i ως vii) είτε κατά τη διάρκεια λειτουργίας του νομικού προσώπου είτε κατά τον χρόνο λύσεως, διαλύσεως ή συγχωνεύσεώς του είτε κατά τη διάρκεια της εκκαθαρίσεως του νομικού προσώπου,
β.οι οφειλές κατέστησαν ληξιπρόθεσμες κατά τη διάρκεια της θητείας τους υπό κάποια εκ των ανωτέρω ιδιοτήτων με την επιφύλαξη των επόμενων εδαφίων. Αν οι οφειλές διαπιστώνονται μετά από έλεγχο, ως αλληλεγγύως υπεύθυνα πρόσωπα κατά την έννοια της παραγράφου αυτής νοούνται μόνο τα πρόσωπα στα οποία συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των στοιχείων α΄ και γ΄ κατά το φορολογικό έτος ή την περίοδο στην οποία ανάγονται οι οφειλές αυτές. Σε περίπτωση που αυτές οι φορολογικές οφειλές έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση, η αλληλέγγυα ευθύνη βαραίνει και τα πρόσωπα στα οποία συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των στοιχείων α΄ και γ΄ κατά τον χρόνο που κάθε δόση της ρύθμισης κατέστη ληξιπρόθεσμη ή η ρύθμιση απωλέσθηκε. Για τα ποσά των τόκων, των προσαυξήσεων, των προστίμων και των λοιπών χρηματικών κυρώσεων, η αλληλέγγυα ευθύνη βαραίνει τα πρόσωπα που είναι αλληλεγγύως υπεύθυνα για την κύρια οφειλή επί της οποίας υπολογίζονται και επιβάλλονται τα ποσά αυτά,
γ.οι εν λόγω οφειλές δεν καταβλήθηκαν ή δεν αποδόθηκαν στο Δημόσιο από υπαιτιότητα των ανωτέρω προσώπων. Το βάρος αποδείξεως για την μη ύπαρξη υπαιτιότητος, φέρουν τα πρόσωπα αυτά.
Συμπέρασμα
Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι υπό τις ισχύουσες νομικές διατάξεις η αλληλέγγυα ευθύνη περιορίζεται στα πρόσωπα που πράγματι άσκησαν διοίκηση και ως εκ τούτου είχαν τη δυνατότητα να ενεργούν στο όνομα και για λογαριασμό του νομικού προσώπου/οντότητας, δηλαδή ήταν εξουσιοδοτημένα να εκπληρώνουν τις βεβαιούμενες φορολογικές υποχρεώσεις, φέροντας πάντα το σχετικό βάρος αποδςίξεως της ελλείψεως της υπαιτιότητάς τους, η οποία σε περίπτωση αποδοχής της έχει ως συνέπεια την (μερική ή ολική) απαλλαγή του από την ευθύνη (355/2023 Ολομ.ΣτΕ).
Παραδείγματα
Για την κατανόηση της εκτάσεως της ευθύνης των νομίμων εκπροσώπων παραπέμπουμε στην Ερμηνευτική Εγκύκλιο της ΑΑΔΕ Ε 2173/2020, όπου αναφέρει πλήθος διαφωτιστικών παραδειγμάτων.
Διασφάλιση προσωπικών δεδομένων στην Σύμβαση Εμπιστευτικότητας και την Πολιτική Ορθής Χρήσης
Είναι σύνηθες πλέον , εργαζόμενοι, κατά την πρόσληψή τους, από μεγάλους εταιρικούς οργανισμούς, πέραν της συμβάσεως εργασίας να υπογράφουν Συμφωνητικό Εχεμύθειας καθώς και Έντυπο Πολιτικής Ορθής Χρήσης, στο οποίο συνήθως υπάρχει και ενημέρωση ότι τα τηλέφωνα και ο ηλεκτρονικός υπολογιστής που θα χρησιμοποιούν κατά την εργασία τους ενδέχεται να παρακολουθούνται ή/ και να καταγράφονται από τον εργοδότη. Σε αυτές τις περιπτώσεις πώς διασφαλίζεται η τήρηση των αρχών και κανόνων του ΓΚΠΔ και η προστασία των προσωπικών δεδομένων του εργαζομένου; Διαφωτιστική για το θέμα αυτό είναι η υπ’ αριθ.27/2024 Απόφαση ΑΠΔΠΧ:
Γενική Αρχή
Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τυγχάνουν νόμιμης επεξεργασίας μόνο όταν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 παρ. 1 ΓΚΠΔ, δηλ.
i)η νομιμότητα,αντικειμενικότητα και διαφάνεια
ii)ο περιορισμός του σκοπού
iii)η ελαχιστοποίηση των δεδομένων
iv)η ακρίβεια
v)ο περιορισμός της περιόδου αποθηκεύσεως
vi)η ακεραιότητα και η εμπιστευτικότητα
Ειδικές επικουρικές Αρχές επί των εργασιακών σχέσεων
1.Σύμφωνα με την υπ’ αρ.115/2001 Οδηγία της ΑΠΔΠΧγια την επεξεργασία των δεδομένων στις εργασιακές σχέσεις, αναφέρεται ότι η συγκατάθεση των εργαζομένων δεν μπορεί να άρει την απαγόρευση της υπέρβασης του σκοπού και ότι στην περίπτωση των σχέσεων απασχόλησης, η εγγενής ανισότητα των μερών και η κατά κανόνα σχέση εξάρτησης των εργαζομένων θέτει σε αμφιβολία την ελευθερία της συγκατάθεσης των εργαζομένων, η οποία αποτελεί στοιχείο απαραίτητο για την εγκυρότητα της επεξεργασίας. Επιπλέον, σύμφωνα με τις Κατευθυντήριες Γραμμές (ΚΓ) της Ομάδας Εργασίας του άρθρου 29 (ΟΕ29), η ανισορροπία ισχύος μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου οδηγεί στο συμπέρασμα ότι στην πλειονότητα των περιπτώσεων επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων στην εργασία η νομική βάση δεν μπορεί και δεν θα πρέπει να είναι αυτή της συγκατάθεσης, διότι όπως αναφέραμε, είναι αμφίβολο κατά πόσο εκφράζει ελεύθερη δικαιοπρακτική βούληση του εργαζομένου.
Επομένως η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι η ορθή νομική βάση επί της οποία θεμελιώνεται η νόμιμη επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του εργαζομένου και όχι η συγκατάθεση του εργαζόμενου, όπου εσφαλμένως, πιθανώς αναγράφονται στα έντυπα ή ισχυρίζεται ο εργοδότης.
2. Ο εργοδότης, τηρώντας τις αρχές του ΓΚΠΔ θα πρέπει να εφαρμόζει πολιτικές αποδεκτής χρήσης των ηλεκτρονικών μέσων και να τις γνωστοποιεί στους εργαζόμενους. Οι πολιτικές αυτές πρέπει να περιγράφουν την επιτρεπόμενη χρήση των δικτύων και του εξοπλισμού του φορέα και την πραγματοποιούμενη επεξεργασία λεπτομερώς, όπως και τη δυνατότητα θεμιτής πρόσβασης του εργοδότη στα ηλεκτρονικά μέσα που χρησιμοποιούν οι εργαζόμενοι. Σύμφωνα με τις ΚΓ της ΟΕ29 , τη νομολογία του ΔΕΕ και όπως έχει κριθεί από την ΑΠΔΠΧ, ο εργοδότης μπορεί να επεξεργάζεται θεμιτά τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των εργαζομένων βάσει της συμβατικής τους σχέσεως, αφού προηγουμένως έχει ενημερώσει υπό όρους διαφάνειας κατ’ εφαρμογή των οριζομένων στην αιτιολογική σκέψη 58 ΓΚΠΔ κατ’ εφαρμογή του άρ. 5 παρ. 1 ΓΚΠΔ για όλες τις επί μέρους πράξεις επεξεργασίας.
3.Όταν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν υποκείμενο των δεδομένων συλλέγονται από το υποκείμενο των δεδομένων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας, κατά τη λήψη των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, παρέχει προς αυτό όλες τις πληροφορίες που ορίζει το άρθρο 13 παρ. 1 και 2 ΓΚΠΔ. Σύμφωνα με τις Κατευθυντήριες Γραμμές (ΚΓ) της ΟΕ29 σχετικά με τη διαφάνεια κατά την ενημέρωση των υποκειμένων και οι παρεχόμενες πληροφορίες θα πρέπει να είναι συγκεκριμένες, οριστικές και σαφείς. Συγκεκριμένα διευκρινίζεται στις ανωτέρω ΚΓ (σκέψη 13) ότι: «Η χρήση γλωσσικών προσδιορισμών όπως «ενδέχεται»,«ορισμένος»,«συχνά» και «πιθανός» θα πρέπει επίσης να αποφεύγεται. Όταν οι υπεύθυνοι επεξεργασίας δεδομένων επιλέγουν να χρησιμοποιούν αόριστη διατύπωση, θα πρέπει να είναι σε θέση, σύμφωνα με την αρχή της λογοδοσίας, να αποδεικνύουν τον λόγο για τον οποίο η χρήση τέτοιας διατύπωσης δεν ήταν δυνατό να αποφευχθεί και γιατί δεν υπονομεύει τη νομιμότητα της επεξεργασίας».
Συμπέρασμα
1.Επομένως, η φράση «έγκριση» όπου υπάρχει στα εργοδοτικά έγγραφα Πολιτικής Ορθής Χρήσεως, έχοντας σκοπό να θεμελιώσει συναίνεση ή συγκατάθεση του εργαζομένου δεν ικανοποιεί τον εκ του ΓΚΠΔ απαιτούμενο σκοπό διότι δίνει εσφαλμένα την εντύπωση ότι ο εργαζόμενος γίνει την συγκατάθεσή του για την εφαρμογή της εν λόγω Πολιτικής, ενώ κατά τον ορθό τρόπο θα έπρεπε ο εργαζόμενος υπό όρους διαφάνειας να επιβεβαιώνει ότι έλαβε γνώση του σχετικού εντύπου και κατά μείζονα λόγο του περιεχομένου και των αναλυτικά επί μέρους αναφερομένων πράξεων επεξεργασίας.
2.Επίσης δεν είναι επιτρεπτή η χρήση της φράσεως «ενδέχεται» σε αυτά τα εργοδοτικά έντυπα διότι, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις ως άνω αναφερθείσες Κατευθυντήριες Γραμμές δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου στο υποκείμενο, καθώς δεν διασφαλίζει την απαιτούμενη διαφάνεια για τις επιμέρους πράξεις επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των εργαζομένων του.
Περιπτωσιολογικές υποχρεώσεις εργοδοτών κατά τον ΓΚΠΔ
1.Οι εργαζόμενοι, ενασκώντας το δικαίωμα πρόσβασης και ειδικώς μετά την απόλυσή τους και μη έχοντας πρόσβαση σε φυσικά και ηλεκτρονικά αρχεία του εργοδότη δικαιούνται να λάβουν αντίγραφα όλων των εγγράφων που τον αφορούν και περιλαμβάνουν επεξεργασία προσωπικών του δεδομένων
2.Αντιθέτως, έγγραφα επιστημονικής έρευνας, νομοθεσίες, επιστημονικά πρωτόκολλα κλπ κρίνεται ότι δεν συνιστούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του εργαζομένου και ως εκ τούτου εκφεύγουν του ελέγχου της ΑΠΔΠΧ
Έχει δικαίωμα η Δημόσια Υπηρεσία να γνωστοποιήσει στον καταγγελλόμενο τα στοιχεία του καταγγέλλοντος;
Είτε είστε καταγγέλλων είτε καταγγελλόμενος ενώπιον κάποιας Δημόσιας Υπηρεσίας (ας πούμε το συνηθέστερο για πολεοδομική παράβαση ή για διατάραξη κοινής ησυχίας). Έχει δικαίωμα η Υπηρεσία να γνωστοποιήσει τα στοιχεία του καταγγέλλοντος στον καταγγελλόμενο και αντίστοιχα έχει δικαίωμα ο καταγγελλόμενος να απαιτήσει να του γνωστοποιηθούν τα στοιχεία του καταγγέλλοντος;
Αυτά που πρέπει να γνωρίζετε είναι τα εξής:
1.Σαφώς η καταχώρηση από την Δημόσια Υπηρεσία των στοιχείων του καταγγέλλοντος, αποτελεί κατά την έννοια του άρθρου 4§6 του ΓΚΠΔ σύστημα αρχειοθέτησης προσωπικών δεδομένων και η κοινοποίηση με διαβίβαση αυτών των στοιχείων προς τον καταγγελλόμενο, αποτελεί κατά την έννοια του άρθρου 4§2 ΓΚΠΔ μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία προστατεύονται από τον ΓΚΠΔ και ως εκ τούτου ελέγχονται από την ΑΠΔΠΧ οι νόμιμες προϋποθέσεις υπό τις οποίες και σε ποια έκταση είναι επιτρεπτή μια τέτοια επεξεργασία.
Σε αυτό το σημείο επισημαίνουμε ότι είναι σχετική για το θέμα που μας απασχολεί η πρόβλεψη που υπάρχει στο άρθρο 5§1 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ΚΔΔ) περί προσβάσεως των πολιτών στα διοικητικά έγγραφα καθώς και του άρθρου 5§2 του ΚΔΔ σύμφωνα με το οποίο «Όποιος έχει ειδικό έννομο συμφέρον δικαιούται, ύστερα από γραπτή αίτησή του, να λαμβάνει γνώση των ιδιωτικών εγγράφων που φυλάσσονται στις δημόσιες υπηρεσίες και είναι σχετικά με υπόθεσή του η οποία εκκρεμεί σε αυτές ή έχει διεκπεραιωθεί από αυτές» φυσικά υπό τους περιορισμούς που θέτει το άρθρο 5§3 του ΚΔΔ
2.Όπως έχει κρίνει και η ΑΠΔΠΧ με την υπ’ αριθ. 73/2010 Απόφασή της:
α.) Ο πολίτης κατά του οποίου στρέφεται καταγγελία ενώπιον δημόσιας αρχής, έχει, ως υποκείμενο των δεδομένων που τον αφορούν, δικαίωμα πρόσβασης, όχι μόνο στο κείμενο της καταγγελίας αλλά και σε κάθε πληροφορία σχετική με την προέλευση (πηγή) των δεδομένων αυτών, όπως το όνομα και η διεύθυνση του προσώπου που υπέβαλε την καταγγελία
β.)Ο καταγγέλων είναι και εκείνος υποκείμενο προσωπικών δεδομένων που περιέχονται στο κείμενο της καταγγελίας (το ονοματεπώνυμό του, Αστυνομική Ταυτότητα ή Διαβατήριο, διεύθυνση κατοικίας, στοιχεία επικοινωνίας του) και για τον λόγο αυτό η Δημόσια Υπηρεσία που λαμβάνει την καταγγελία έχει υποχρέωση να ενημερώσει τον καταγγέλλοντα ότι θα γνωστοποιήσει τα δεδομένα του περαιτέρω, όπως για παράδειγμα προς τον καταγγελλόμενο, ιδίως εφ’ όσον αυτός τα ζητήσει.
γ.)Ο καταγγέλλων, δεδομένου του δικαιώματος του καταγγελλομένου να μάθει ποιος τον κατήγγειλε, θα πρέπει να αιτιολογήσει τους λόγους που δικαιολογούν τη μη χορήγηση των στοιχείων του στον καταγγελλόμενο. Η δε, Δημόσια Υπηρεσία, αντίστοιχα, θα πρέπει εξαρχής κατά την παραλαβή της καταγγελίας, να εξετάζει τη νομιμότητα των λόγων της αρνήσεως του καταγγέλλοντος να γνωστοποιηθούν τα στοιχεία του και να τον ενημερώσει αν αποδέχεται τους λόγους του ή αν τους απορρίπτει και επομένως θα προβεί στην γνωστοποίηση προς τον καταγγελλόμενο και ως εκ τούτου, σε περίπτωση που τα χορηγήσει, δεν θα υποχρεούται να ενημερώσει εκ νέου τον καταγγέλλοντα για τη χορήγηση αυτή. Σε αυτό το σημείο ενδιαφέρουσα και διαφωτιστική είναι και η Γνώμη του ΕΥΡΩΠΑΙΟΥ ΕΠΟΠΤΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ, όπου επισημαίνεται ότι η τήρηση τόσο του δικαιώματος προσβάσεως του κοινού σε δημόσια έγγραφα όσο και του δικαιώματος προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, μπορεί να ενισχυθεί με την προληπτική αντιμετώπιση, ήτοι την εκ των προτέρων ορθή ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων σχετικά με τη μεταχείριση που επιφυλάσσεται στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.
Η Δημόσια Υπηρεσία δεν δικαιούται αυτεπαγγέλτως, εκτός αν αυτό επιτάσσεται από άλλους νόμιμους λόγους, να γνωστοποιεί άνευ άλλου τινός τα στοιχεία του καταγγέλλοντος, παρά μόνο αν ζητήσει να τα πληροφορηθεί ο καταγγελλόμενος και εφ’ όσον υπάρχει εξ αρχής γραπτή γνωστοποίηση προς τον καταγγέλλοντα ότι υπάρχει πιθανότητα να γνωστοποιηθούν τα προσωπικά του δεδομένα
Σε κάθε περίπτωση η Δημόσια Υπηρεσία κατά την χορήγηση των προσωπικών δεδομένων του καταγγέλλοντος (είτε αυτεπαγγέλτως και εν αγνοίᾳ του είτε κατόπιν ενημερώσεώς του) θα πρέπει αυτή να έχει πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τις αρχές του άρθρου 5§1 ΓΚΠΔ (νομιμότητα, αντικειμενικότητα και διαφάνεια και τις αρχές του περιορισμού του σκοπού, της ελαχιστοποιήσεως των δεδομένων, της ακρίβειας, του περιορισμού της περιόδου αποθηκεύσεως, της ακεραιότητας και της εμπιστευτικότητας) και να πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομιμότητας της επεξεργασίας (γνωστοποιήσεως των προσωπικών δεδομένων) κατά το άρθρο 6 ΓΚΠΔ (δηλ. επεξεργασία για εκτέλεση συμβάσεως ή/και για διαφύλαξη ζωτικού συμφέροντος ή/και για εκπλήρωση καθήκοντος προς το δημόσιο συμφέρον ή κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας ή/και λόγῳ εννόμου συμφέροντος)
Διαγραφή διεκδικητικής αγωγής με συμβολαιογραφική παραίτηση από εκτέλεση της απόφασης
Αρκετές φορές μέχρι πρόσφατα, είχαμε βρεθεί αντιμέτωποι με την άρνηση Προϊσταμένων Κτηματολογικών Γραφείων να διαγράψουν διεκδικητικές αγωγές επί των οποίων έχουν εκδοθεί τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις ευδοκιμήσεως της αγωγής, από τις οποίες αποφάσεις οι διάδικοι είχαν παραιτηθεί με συμβολαιογραφικές πράξεις, απαιτώντας να προσκομισθεί σχετική δικαστική απόφαση, με την αιτιολογία ότι δεν προβλέπεται από τον Κώδικα διαγραφή με συμβολαιογραφική πράξη, αναγκάζοντας τους ενδιαφερομένους να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη κατά αυτής της αρνήσεως υποβάλλοντάς τους σε άσκοπη ταλαιπωρία και εμπλοκή στην διαδικασία των συναλλαγών αφού εν τέλει δικαιώνονταν και διετάσσετο ο Προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου να δεχθεί την Συμβολαιογραφική Πράξη και να διαγράψει την διεκδικητική αγωγή.
Πλέον όμως, ευτυχώς υπάρχει μια σαφής θέση της Νομολογίας υπέρ της δυνατότητας διαγραφής διεκδικητικής αγωγής με συμβολαιογραφική παραίτηση. Εν προκειμένω θα παρουσιάσουμε το νομικό σκεπτικό τηςυπ’ αριθ.186/2024 Αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Εκουσία Δικαιοδοσία) η οποία επιλήφθηκε να κρίνει την σχετική άρνηση Προϊσταμένου Κτηματολογικού Γραφείου να καταχωρήσει την συμβολαιογραφική παραίτηση του νικήσαντος ενάγοντος διαδίκου από την εκτέλεση δικαστικής αποφάσεως και κατ’ επέκταση την διαγραφή της σχετικής διεκδικητικής αγωγής.
Σύμφωνα με την Δικαστική Απόφαση, μεταξύ των άλλων λόγων διαγραφής που προβλέπει ο Νόμος (β.δ.565/1968), ακόμη και ο δικαστικός, κι όχι ο εξώδικος συμβιβασμός, (ενόψει της φύσης αυτού αλλά και της ρύθμισης του νόμου, κατά τον οποίο η προβλεπόμενη εγγραφή της τελεσίδικης απόφασης στο περιθώριο των βιβλίων διεκδικήσεων δεν είναι δυνατή), παρέχει τη δυνατότητα διαγραφής της σχετικής αγωγής από τα οικεία βιβλία διεκδικήσεων, με την προσκόμιση σχετικών με αυτό πρακτικών ή συμβολαιογραφικής πράξης, καθώς και αντίστοιχης καταχώρισης στο περιθώριο των ίδιων βιβλίων, χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 του ίδιου ως άνω β.δ. από την τελεσιδικία της Αποφάσεως που δέχεται ή απορρίπτει την αγωγή καταχωρίζεται σημείωση του αποτελέσματος αυτού στο περιθώριο της σελίδας του οικείου Βιβλίου Διεκδικήσεων.
Είναι φανερό ότι σκοπός της διατάξεως αυτής είναι η ασφάλεια των συναλλαγών και η προστασία των συναλλασσόμενων αναφορικά με το ακίνητο που αφορά η αγωγή, οπότε, ως διάταξη που τέθηκε προς εξυπηρέτηση του κοινωνικού συνόλου, είναι δημοσίας τάξεως. Επιπροσθέτως, μπορεί μεν να μην υφίσταται υποχρέωση του προς καταχώριση της παραιτήσεως των διαδίκων από το δικαίωμα εκτελέσεως της Δικαστικής Αποφάσεως, ωστόσο δε η απαρίθμηση των περιπτώσεων στην εν λόγω διάταξη δεν είναι περιοριστική, με αποτέλεσμα να μην αποκλείεται η καταχώριση της σχετικής σημειώσεως και σε άλλες περιπτώσεις περατώσεως ή καταργήσεως της δίκης πέραν των αναφερόμενων σε αυτή.Υφίσταται λοιπόν κενό δικαίου, αφού ο νόμος επιτρέπει μεν και άλλους τρόπους περατώσεως της δίκης, τίποτα όμως δεν προβλέπει για την περίπτωση της παραιτήσεως των διαδίκων από το δικαίωμα εκτελέσεως Δικαστικής Αποφάσεως, το οποίο κενό πρέπει να καλυφθεί με αναλογία νόμου.
Άλλωστε, προϋπόθεση της προστασίας των συναλλαγών που αποτελεί πρωταρχικό σκοπό, όπως προαναφέρθηκε των άνω διατάξεων, αποτελεί η τήρηση της αρχής της αληθείας των δημοσίων Βιβλίων Μεταγραφής, με την έννοια ότι τα αναγραφόμενα σε αυτά πρέπει να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, δίδοντας ανά πάσα στιγμή την αληθή και πλήρη εικόνα σε κάθε ενδιαφερόμενο της νομικής καταστάσεως των ακινήτων. Σε κάθε περίπτωση με βάση μια άλλη θεμελιώδη αρχή της Πολιτικής Δικονομίας η πρωτοβουλία για την έναρξη, τη συνέχιση και την περάτωση της δίκης και συνεπώς και την παραίτηση από την εκτέλεση Δικαστικών Αποφάσεων ανήκει εξ’ ολοκλήρου στη βούληση των διαδίκων.
Εν τέλει η δικαστική Απόφαση με το ανωτέρω σκεπτικό, το οποίο αποτελεί οδηγό για ανάλογες περιπτώσεις, διέταξε τον Προϊστάμενο του Κτηματολογικού Γραφείου να δεχθεί την συμβολαιογραφική παραίτηση του ενάγοντος από την εκτέλεση της εκδοθείσας δικαστικής Αποφάσεως και να διαγράψει την σχετική διεκδικητική αγωγή
Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως παραστάθηκε για λογαριασμό των αιτούντων η Συνάδελφος κ. Ηρώ Α. Μαούνη, η οποία επιμελήθηκε και της δημοσιεύσεως της αποφάσεως στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών “ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ” του Δ.Σ.Α.