Πλείονες εναγόμενοι απλοί ομόδικοι-δυνατότητα υπαγωγής σε διαμεσολάβηση μέρους αυτών-δυνατότητα εκουσίας κτηματολογικής διαμεσολαβήσεως με συμμετοχή μη διαδίκων
Ιστορικό:
Σε αγωγή α) αναγνωριστική και β) του άρθρου 6§2 ν. 2664/1998 όπως αυτό τροποποιήθηκε και ισχύει με το άρθρο 8 ν.4821/2021, ενώπιον Μονομελούς Πρωτοδικείου, ο διορισμένος από την ΚΕΔ κτηματολογικός διαμεσολαβητής διεξήγαγε την ΥΑΣΔ.
Δεδομένου ότι τα μέρη τελούν μεταξύ τους σε σχέση απλής ομοδικίας (άρθρ. 74-75 ΚΠολΔ), οι τρεις από τους πέντε εναγομένους και το επισπεύδον μέρος αποφάσισαν κατά την ΥΑΣΔ να επιλύσουν τη διαφορά τους με κτηματολογική Διαμεσολάβηση.
Από τη διερεύνηση της υπόθεσης όμως προκύπτει ότι προκειμένου τα ανωτέρω τέσσερα μέρη να μπορέσουν να επιλύσουν τη διαφορά τους με κτηματολογική διαμεσολάβηση, πρέπει πρωτίστως να πραγματοποιηθεί διόρθωση της αρχικής πρώτης εγγραφής στο οικείο Κτηματολογικό γραφείο, η οποία θα εμπεριέχει και γεωμετρικές μεταβολές, σε ακίνητο του ενός εκ των εναγομένων με όμορο ακίνητο και ιδιοκτήτη, ο οποίος δεν συμπεριλαμβάνεται στην ανωτέρω κατατεθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αγωγή.
Για την διαφορά λοιπόν, η οποία αφορά το ακίνητο του ενός εκ των εναγομένων στη παρούσα αγωγή με το όμορο ακίνητο ιδιοκτήτη που δεν συμπεριλαμβάνεται στην αγωγή, η διόρθωση της οποίας όμως αποτελεί και προϋπόθεση ούτως ώστε οι σημερινοί διάδικοι να μπορέσουν να επιλύσουν τη διαφορά τους μέσω Κτηματολογικής διαμεσολάβησης, είχε στο παρελθόν και προ ισχύος του ν.4821/2021 ασκηθεί αγωγή, όπου διάδικοι ήσαν ο εναγόμενος στη παρούσα αγωγή με τον ιδιοκτήτη του όμορου ακινήτου.
Διαβάζοντας την απόφαση 214/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, η υπαγωγή διαφοράς σε Κτηματολογική διαμεσολάβηση δεν προϋποθέτει άσκηση αγωγής.
Με δεδομένα τα ανωτέρω, τίθενται τα κατωτέρω ερωτήματα:
1ον. Είναι εφικτό, να υπαγάγουν τη διαφορά τους σε κτηματολογική διαμεσολάβηση μόνο οι τρεις από τους πέντε εναγομένους και το επισπεύδον μέρος, εφόσον τα μέρη τελούν μεταξύ τους σε σχέση απλής ομοδικίας (άρθρ. 74-75 ΚΠολΔ);
2ον. Δεδομένου ότι ο χρόνος προσεπίκλησης στην παρούσα αγωγή για τον, κατά τα ανωτέρω, ιδιοκτήτη του όμορου ακινήτου έχει παρέλθει, δύναται αυτός να συμπεριλήφθη στο ιδιωτικό συμφωνητικό υπαγωγής στην Κτηματολογική Διαμεσολάβηση και στο πρακτικό επίλυσης για την παρούσα κτηματολογική διαφορά;
3ον. Για την επίλυση μιας κτηματολογικής διαφοράς με εκούσια Κτηματολογική διαμεσολάβηση θα πρέπει να προϋφίσταται άσκηση αγωγής;
4ον. Δύναται κατά τα ανωτέρω στη παρούσα περίπτωση να γίνει χρήση του άρθρου 3§1 ν.4640/3019 και τα μέρη να υπαγάγουν τη διαφορά τους σε κτηματολογική Διαμεσολάβηση και με τον ιδιοκτήτη του όμορου ακινήτου, το όνομα του οποίου δεν συμπεριλαμβάνεται στη παρούσα αγωγή κατά του οποίου όμως είχε ασκηθεί αγωγή (προ ισχύος του ν. 4821/2021) από τον έναν εκ των εναγομένων στη παρούσα αγωγή και δεδομένης της πρωταρχικής σημασίας που έχει η συμβολή του ως προς την επίλυση της διαφοράς που αφορά την παρούσα αγωγή
Επί των ως άνω ερωτημάτων η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων της ΚΕΔ διατύπωσε την εδώ υποστηριζόμενη άποψη η εξής απάντηση:
1ον. Είναι δυνατή η υπαγωγή υποθέσεως σε Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία Διαμεσολάβησης (ΥΑΣΔ) με ορισμένους μόνο των εναγομένων αν αυτοί συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής ομοδικίας. Είναι αδιάφορο αν πρόκειται για το ίδιο ή διαφορετικό βιοτικό συμβάν.
2ον. Προσεπίκληση προβλέπεται στο νόμο για συγκεκριμένες περιπτώσεις, ενώ στην όλη διαδικασία της διαμεσολάβησης δεν μπορούν να ενταχθούν τρίτοι που δεν είναι διάδικοι.
3ον. Ως έχει η διάταξη του άρθρ. 6§2 περ. δ ν. 2664/1998, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το ν. 4821/2021, η διαμεσολάβηση προϋποθέτει άσκηση αγωγής. Υπάρχει επομένως μια διαφοροποίηση σε σχέση με τη γενική ρύθμιση του ν.4640/2019 κατά την οποία η δρομολόγηση της διαδικασίας μπορεί να προηγείται της ασκήσεως της αγωγής.
4ον. Κατά την εδώ υποστηριζόμενη άποψη για εκκρεμείς την 01.04.2022 αγωγές με αντικείμενο τη διόρθωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής μπορεί να λάβει χώρα εκούσια διαμεσολάβηση, η ευδοκίμηση της οποίας επιφέρει τις συνέπειες που αναγράφονται στο νόμο (περ. δ). Αυτό επιβάλλεται για την ταυτότητα του νομικού λόγου. Ο ν. 4821/2021 αναφέρεται σε ΥΑΣ, αυτό όμως δεν αποκλείει την υπαγωγή της υπόθεσης σε διαμεσολάβηση και με συμφωνία των μερών μετά την άσκηση της αγωγής.
Ποιες είναι οι συνέπειες από την μη προσκομιδή του ενημερωτικού εντύπου διαμεσολαβήσεως;
Σε ποιες περιπτώσεις θεραπεύεται η έλλειψη της προσκομιδής του;
Μέχρι πότε μπορεί να προσκομισθεί εμπροθέσμως στο Δικαστήριο;
Απάντηση:
1.Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 4640/2019 (Φ.Ε.Κ. Α’ 190/30.11.2019), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 65 του Ν. 4647/2019 (Φ.Ε.Κ. Α’ 204/16.12.2019) πριν από την προσφυγή στο Δικαστήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος οφείλει να ενημερώσει τον εντολέα του εγγράφως για τη δυνατότητα διαμεσολαβητικής διευθετήσεως της διαφοράς ή μέρους αυτής σύμφωνα με την παράγραφο 1 του νόμου αυτού, καθώς και για την υποχρέωση προσφυγής στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία και τη διαδικασία αυτής. Το ενημερωτικό έγγραφο υπογεγραμμένο από τον εντολέα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατατίθεται με το δικόγραφο της αγωγής ή με τις προτάσεις το αργότερο μέχρι τη συζήτησή της, επί ποινή απαραδέκτου της συζητήσεως της αγωγής. Η υποχρέωση αυτή υφίσταται ανεξαρτήτως της τυχόν υπαγωγής των αγωγών αυτών στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης. Στην τελευταία περίπτωση, δηλ. της υπαγωγής στην ΥΑΣ, επιβάλλεται και η πρόσθετη υποχρέωση καταθέσεως μαζί με τις προτάσεις και του Πρακτικού της συνεδρίας ΥΑΣ, καθώς και η μνεία στο έντυπο του άρθρ. 3§2 της ενημερώσεως του εντολέα για την υποχρέωση προσφυγής στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία (ΥΑΣ).
Επομένως, κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, ακόμη και έπειτα από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, στην περίπτωση που δεν προσκομισθεί στο Δικαστήριο το ενημερωτικό έντυπο διαμεσολαβήσεως, για τις περιπτώσεις που υπάγονται σε ΥΑΣ, κηρύσσεται απαράδεκτη όχι η αγωγή αλλά η συζήτηση της ένδικης αγωγής.
2.Όμως στην περίπτωση που αν και παραλείφθηκε η προσκομιδή της έγγραφης ενημερώσεως του ενάγοντος για τη δυνατότητα επιλύσεως της διαφοράς με διαμεσολάβηση, κατ’ άρθρο 3§2 του ως άνω νόμου, εν τούτοις προσκομίζεται το Πρακτικό περάτωσης της ΥΑΣ, κατ’ άρθρο 7 § 4 Ν. 4640/2019, τότε η παράλειψη αυτή δεν συνεπάγεται το απαράδεκτο της συζητήσεως, καθόσον ο σκοπός του νομοθέτη, ήτοι η ενημέρωση του ανωτέρω διαδίκου, έχει εκπληρωθεί και διασφαλισθεί, εν προκειμένω, μέσω της διενέργειας της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας.
3.Ο χρόνος προσκομιδής του εντύπου ενημερώσεως διαμεσολαβήσεως ορίζεται μέχρι και τον χρόνο συζητήσεως της αγωγής. Η διάταξη υπό τη σημερινή διατύπωσή της ωστόσο παρίσταται ατυχής. Και αυτό διότι, παρότι ως χρόνος συντάξεως και υπογραφής του εντύπου ορίζεται ο χρόνος πριν από την προσφυγή στο Δικαστήριο, πριν δηλαδή την άσκηση της αγωγής, εντούτοις προβλέπεται η προσκομιδή του είτε με ενσωμάτωση στο εισαγωγικό δικόγραφο της αγωγής είτε με τις προτάσεις το αργότερο μέχρι τη συζήτησή της, επί ποινή απαραδέκτου της συζητήσεως της αγωγής (βλ. Μούσας Ν., ό.π. Μάζη Π., Η εκ νέου ρύθμιση του θεσμού της διαμεσολάβησης άρθρα 1-31, 33 και 44 του ν. 4640/2019, ΕλλΔνη 2020.412). Τούτο έχει ως αποτέλεσμα, σε περίπτωση μη προσκομιδής του εντύπου ενημερώσεως μέχρι τον χρόνο της συζητήσεως, την κήρυξη απαράδεκτης αυτής (της συζητήσεως και όχι της αγωγής), χωρίς όμως να μπορεί να θεραπευτεί το ως άνω απαράδεκτο στη νέα συζήτηση, μετά από επαναφορά της υπόθεσης με κλήση ενώπιον του Δικαστηρίου και προσκομιδή στη συζήτηση αυτή του σχετικού εντύπου, αφού και στην περίπτωση αυτή, η σύνταξη του εγγράφου της ενημερώσεως δεν θα προηγείται της καταθέσεως της αγωγής. Για τον λόγο αυτόν, κατόπιν διασταλτικής ερμηνείας του όρου «προσφυγή στο Δικαστήριο», θα πρέπει να γίνει δεκτό, ότι ορίζοντας ο νομοθέτης ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος οφείλει να ενημερώσει τον εντολέα του εγγράφως για τη δυνατότητα διαμεσολαβητικής διευθετήσεως της διαφοράς πριν από την ως άνω προσφυγή, εννοεί ότι η ως άνω ενημέρωση και σύνταξη του εγγράφου πρέπει να πραγματοποιηθεί μέχρι πριν από τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο.
Κατά την επιεικέστερη αλλά μειοψηφούσα νομολογία, με βάση την παραδοχή ότι η επιταγή του άρθρ. 3§2 ν. 4640/2019 δεν εξαντλείται απλώς στη σύνταξη του εγγράφου, αλλά επιβάλλει γνήσιο καθήκον έγκαιρης ενημερώσεως του εντολέα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, χωρίς η παράλειψη αυτής όμως να επάγεται δικονομικές συνέπειες, αφού ο νομοθέτης περιόρισε την εμβέλεια του απαραδέκτου αποκλειστικά στην περίπτωση της μη προσκομιδής του ενημερωτικού εντύπου, διατυπώθηκε η άποψη ότι είναι δυνατή η μεταγενέστερη διενέργειά της και η προσκομιδή του ενημερωτικού εντύπου σε απώτερο χρονικό διάστημα, ακόμα και μετά τη συζήτηση της διαφοράς, θεωρούμενης της σχετικής παραλείψεως ως τυπικής, η οποία δύναται να συμπληρωθεί καθ’ υπόδειξη του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρ. 227 ΚΠολΔ (βλ. Γιαννόπουλος Π., ό.π., σελ. 208, Δελής Γ, ό.π.).
Ωστόσο, η δυνατότητα διενέργειας της ενημερώσεως του ενάγοντος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και μετά τη συζήτηση της υποθέσεως και η προσκομιδή του ενημερωτικού εντύπου μετά τη συζήτηση αυτής, θα αναιρούσε τον σκοπό για τον οποίο θεσπίσθηκε η σχετική υποχρέωση, ο οποίος συνίσταται στην εξοικείωση εν γένει των πολιτών, με τη δυνατότητα εθελούσιας χρήσης του θεσμού του εναλλακτικού τρόπου διευθετήσεως της διαφοράς πριν την προσφυγή στο Δικαστήριο, με αποτέλεσμα η σχετική δήλωση ενημερώσεώς του να παρίσταται κατά το χρονικό εκείνο σημείο εντελώς τυπική και κενή περιεχομένου.
Έτσι κατά την κρατούσα άποψη στην Νομολογία, τόσο η δυνατότητα έγγραφης ενημερώσεως του ενάγοντας και συμπληρώσεως του σχετικού εντύπου, μετά τη συζήτηση της υποθέσεως, όσο και η προσκομιδή του εντύπου μετά τη συζήτηση αυτής, καθ’ υπόδειξη του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρ. 227 ΚΠολΔ, πρέπει να αποκλεισθεί (βλ. και Πλεύρη Α., Παρατηρήσεις υπό την ΠολΠρΘεσ 1045/2021, Αρμ 2021.434, σύμφωνα με την οποία η προσκομιδή του ενημερωτικού εγγράφου, έχουσα συστατικό χαρακτήρα, δεν μπορεί να αναπληρωθεί από άλλα αποδεικτικά μέσα ούτε μέσω της εφαρμογής του άρθρ. 227 ΚΠολΔ, διότι δεν πρόκειται για τυπική παράλειψη)
Συμπέρασμα
Η ασφαλέστερη δικονομικά θέση και προς αποφυγή δυσάρεστων εκπλήξεων, είναι ότι το ενημερωτικό έντυπο διαμεσολάβησης πρέπει να έχει κατατεθεί το αργότερο μέχρι τη συζήτηση της αγωγής μαζί με τις προτάσεις, όπως απαιτεί το άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 4640/2019.
Ποια είναι η τύχη του Πρακτικού της διεξαχθείσας ΥΑΣΔ, μολονότι ο εναγόμενος δηλώνεται ως αγνώστου διαμονής, εν τούτοις αυτός είναι γνωστής διαμονής;
Απάντηση:
Στις περιπτώσεις που υπάγονται στην Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία Διαμεσολαβήσεως (ΥΑΣΔ), για το παραδεκτό της συζητήσεως της αγωγής, κατατίθεται μαζί με τις προτάσεις το πρακτικό της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης. Περαιτέρω, άγνωστος είναι ο τόπος διαμονής ή η ακριβής διεύθυνση της διαμονής, τόσο στην ημεδαπή όσο και στην αλλοδαπή, του προσώπου προς το οποίο γίνεται η επίδοση όταν δεν είναι κοινώς γνωστή η διαμονή του και δεν κατέστη δυνατόν να ανευρεθεί αυτή μολονότι καταβλήθηκε κάθε σχετική προσπάθεια με τα συνήθη μέσα επιμελείας που υπαγορεύεται και από τις αρχές της καλής πίστης, που οφείλουν να τηρούν οι διάδικοι κατά τη διενέργεια των σχετικών διαδικαστικών πράξεων. Απαιτείται δηλαδή για το άγνωστο της διαμονής ευρεία αντικειμενική άγνοια και δεν αρκεί το γεγονός ότι αυτός που παρήγγειλε την επίδοση δεν γνωρίζει για τον τόπο ή τη διεύθυνση της διαμονής εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση (ΑΠ 830/2020 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «Νόμος», ΑΠ 773/2013 ΕΦΑΔ 2014. 297, ΕφΘεσ 414/2010 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «Νόμος», Απαλαγάκη Χ. – Σταματόπουλος Σ. Ο Νέος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο μετά τους Ν. 4842 & 4855/2021, Γιαννόπουλος Π., υπό άρθρο 135, παρ.2 σελ.586). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974, και 110 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι κάθε διάδικος δικαιούται να παρίσταται στις επισπευδόμενες από άλλο διάδικο διαδικαστικές πράξεις επί της υποθέσεώς του και πρέπει να κλητεύεται προς τούτο υπό την προθεσμία και τις διατυπώσεις που τάσσει ο νόμος. Η τήρηση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως, που απορρέει από το ανωτέρω άρθρο, επιβάλλει, προκειμένου για συζήτηση στο ακροατήριο, την πρωταρχική και αυτεπάγγελτη έρευνα για τη νόμιμη και εμπρόθεσμη επίδοση της αγωγής και της κλήσης για συζήτηση προς τον απολειπόμενο διάδικο. Σε περίπτωση δε που ο διάδικος κλητευθεί ως αγνώστου διαμονής, ενώ αυτός είναι γνωστής και διαπιστωθεί αυτό από το Δικαστηρίου, το τελευταίο κηρύσσει τη συζήτηση της υποθέσεως απαράδεκτη, προκειμένου να γίνει η νόμιμη κλήτευση στη γνωστή διαμονή του διαδίκου. Σε αυτό το σημείο ανακύπτει το ερώτημα, ποια είναι η τύχη της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολαβήσεως, όταν ο διάδικος δηλώνεται ως αγνώστου διαμονής και δεν ανευρίσκεται ή δεν του γνωστοποιείται με κάποιο τρόπο ότι θα λάβει χώρα η ΥΑΣ, ενώ αυτός είναι γνωστής διαμονής; Κάτι μάλιστα το οποίο διακριβώνεται και από το Δικαστήριο, με την κήρυξη της συζήτησης της αγωγής ως απαράδεκτης. Γιατί μπορεί μεν, να γίνεται δεκτό ότι η υποχρέωση διεξαγωγής της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας, ως όρος του παραδεκτού της συζητήσεως της αγωγής, σε περίπτωση που ο αντίδικος είναι αγνώστου διαμονής, εκπληρώθηκε ακόμα και αν δεν έχει γίνει γνωστοποίηση στο αντίδικο μέρος μέσω επιδόσεως ή υπάρχει τεχνική αταξία αυτής, με σχετική μνεία στο πρακτικό διεξαγωγής της ΥΑΣ (ΜΠρΗλ 103/2023 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «Νόμος», Πλεύρη Α. Διαμεσολάβηση σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ερμηνεία κατ’ άρθρο, εκδ.2021, άρθρο 7, περ. Δ «πρόσωπα αγνώστου διαμονής», υπ’ αριθμ. 79/2022 Γνώμη Επιτροπής Νομικών Θεμάτων ΚΕΔ), ή και ότι σε περίπτωση που είναι αγνώστου διαμονής ο εναγόμενος δεν υπάρχει υποχρέωση διεξαγωγής υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης ως όρος του παραδεκτού της συζήτησης της αγωγής (Πλεύρη Α. ΕφΑΔΠολΔ 1/2025), πλην όμως αυτό ισχύει μόνο όταν πράγματι ο εναγόμενος είναι αγνώστου διαμονής. Σε περίπτωση όμως, που ο εναγόμενος δηλώνεται ως αγνώστου διαμονής, και η υποχρεωτική αρχική συνεδρία είτε έχει λάβει χώρα με αυτόν μη παριστάμενο καθώς δεν ανευρέθη, είτε δεν έχει λάβει χώρα καθόλου, πλην όμως η συζήτηση της αγωγής κηρύσσεται απαράδεκτη προκειμένου αυτός να κληθεί, αυτονοήτως πρέπει να διεξάγεται εκ νέου με ορθή πρόσκληση ή το πρώτον η υποχρεωτική αρχική συνεδρία, καλούμενου αυτού να παρασταθεί. Σε διαφορετική περίπτωση, η διαδικασία της διαμεσολαβήσεως θα εξοβελίζονταν σε μια τυπική δικονομική προϋπόθεση, κάτι που ούτε σκοπός του νομοθέτη, ούτε προς το συμφέρον των διαδίκων και της δικαιοσύνης εν γένει είναι.
Σύμφωνα με όσα αναφέρονται αναλυτικά ανωτέρω, από τη στιγμή που η συζήτηση της αγωγής κηρύχθηκε απαράδεκτη λόγω του ότι η εναγόμενη είναι γνωστής και όχι αγνώστου διαμονής, και συνεπώς πρέπει να γίνουν οι νόμιμες κοινοποιήσεις προς αυτή, το ίδιο πρέπει να γίνει και ως προς την υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης και να της γνωστοποιηθεί η διενέργεια αυτής καθώς να της παρασχεθεί το δικαίωμα να παραστεί σ’ αυτή.
Δηλαδή, αν ο ενάγων στην εκ νέου ασκηθείσα αγωγή ως γνωστής διαμονής του εναγομένου, δεν προσκόμισε νέο Πρακτικό ΥΑΣΔ, ισχυριζόμενος και προσκομίζων ότι καλύπτει το προηγούμενο Πρακτικό ΥΑΣΔ και το Δικαστήριο δεν προέβη σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 227 ΚΠολΔ, προκειμένου να αναζητηθεί εάν έλαβε χώρα εκ νέου υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης μετά την κήρυξη της συζητήσεως της αγωγής ως απαράδεκτης, τότε δεν τηρήθηκε νομότυπα, εν προκειμένω, η προβλεπόμενη στις διατάξεις των άρθρων 6 και 7 Ν. 4640/2019 διαδικασία, η οποία είναι αναγκαία για το παραδεκτό της συζητήσεως, καθώς η διενέργεια της αρχικής υποχρεωτικής συνεδρίας που προσκομίσθηκε έλαβε χώρα χωρίς να αναζητηθεί ο εναγόμενος ως γνωστής διαμονής. Το γεγονός αυτό ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο και για τον λόγο αυτό κρίνεται απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής.
Σύμφωνα με το άρθρο 6§2δ’ του ν.2664/1998, όπως ισχύει, στις κτηματολογικές αγωγές για την διόρθωση ανακριβών πρώτων εγγραφών, πριν από τη συζήτησή τους και επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης ο ενάγων οφείλει να προσκαλέσει, με την αγωγή ή με ιδιαίτερο δικόγραφο, τους εναγόμενους. Η σχετική πρόσκληση για την κτηματολογική ΥΑΣΔ μπορεί να περιλαμβάνεται:
α)είτε ως αυτοτελές τμήμα του περιεχομένου της κατατεθειμένης αγωγής
β)είτε και στην εντολή προς επίδοση του δικογράφου της αγωγής ή ακόμη και της κλήσεως προς συζήτηση
γ)είτε με ιδιαίτερο δικόγραφο. Ως δικόγραφο νοείται το διαδικαστικό έγγραφο που συντάσσεται προς πιστοποίηση διαδικαστικής πράξως των διαδίκων και το οποίο είτε υποβάλλεται στο Δικαστήριο είτε επιδίδεται από τον έναν διάδικο στον άλλον, όπως είναι η εξώδικη δήλωση, η οποία επιδίδεται, μετά την άσκηση της αγωγής, από τον δηλούντα διάδικο στον αντίδικό του για την πιστοποίηση διενέργειας διαδικαστικής πράξεως κλήσεως σε ΥΑΣΔ
Σε κάθε περίπτωση, όποια οδό και αν ακολουθήσουμε, παραθέτουμε κατωτέρω ένα υπόδειγμα περιεχομένου προσκλήσεως σε κτηματολογική ΥΑΣΔ, ελπίζοντας ότι θα διευκολύνει και θα αποτελέσει μια βάση για να το προσαρμόσει ο κάθε συντάκτης στο δικό του ύφος.
Σας γνωστοποιούμε ότι έχουμε ασκήσει εναντίον σας την κατ’ άρθρον 6§2 ν.2664/1998, από ………. (ημερομηνία συντάξεως αγωγής) υπό ΓΑΚ …………… και ΕΑΚ …………….. αγωγή μας ενώπιον του ……..μελούς Πρωτοδικείου …………….. προσδιορισθείσα για την δικάσιμο της ……………………. και στο Πινάκιο …………… με την οποία αιτούμεθα
Αντικείμενο της διαφοράς
Περιγράφουμε το αντικείμενο της ένδικης διαφοράς, παραθέτοντας κατά κανόνα το διατακτικό της αγωγής μας
και
Σας προσκαλούμε σε Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία Διαμεσολαβήσεως (Υ.Α.Σ.Δ.) επί της ως άνω αγωγής μας, ενώπιον του, κατόπιν αιτήματός μας, ορισθέντος, αυτοματοποιημένα, από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολαβήσεως (Κ.Ε.Δ.) Διαπιστευμένου στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Κτηματολογικού Διαμεσολαβητή, (πλήρη στοιχεία) …………………, με Α.Μ.Δ.Δ. …….. , εγγεγραμμένου στο Ειδικό Μητρώο Κτηματολογικών Διαμεσολαβητών, το οποίο καταρτίζεται και τηρείται σε ηλεκτρονική μορφή από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης του άρθρου 10 του ν. 4640/2019, εδρεύοντος στην ………….., οδός …………….., αριθ….., με email ……………., τηλ. ………………… και η οποία Υ.Α.Σ.Δ., όπως ορίζεται, κατά τα λοιπά, κατ’ άρθρον 7 του ν.4640/2019, θα λάβει χώρα την ……../…/2026, ημέρα …… και ώρα ….. στην Αθήνα, επί της οδού …………, αριθ. …., ….. όροφος, μέσω της εφαρμογής zoom στο link ………………………… και στην οποία σας καλούμε να παραστείτε με το νομικό παραστάτη σας, όπου ανωτέρω αναφέρεται.
Σε περίπτωση αδικαιολόγητης μη εμφανίσεώς σας στην Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία, σας επιβάλλεται αυξημένη δικαστική δαπάνη, κατ’ άρθρον κατ’ άρθρον 6§2δ’εδαφ.β του ν.2664/1998.
Είστε οφειλέτης που έχετε υπαχθεί στον νόμο Κατσέλη αλλά λόγω δυσμενούς μεταβολής των συνθηκών αδυνατείτε να αποπληρώνετε τις δόσεις που έχει ορίσει το Δικαστήριο; Δικαιούστε να ζητήσετε από το Δικαστήριο να λάβει υπ’ όψιν του τις νέες συνθήκες και να μεταρρυθμίσει την Απόφασή του
Αναλυτικά: Έγινε δεκτή η αίτηση οφειλέτη απαλλαγής του άρθρου 11 Ν. 3869/2010 και μεταρρυθμίσεως αναφορικά με τη χρονική διάρκεια αποπληρωμής της ρυθμίσεως του άρθρου 9 του ν. 3869/2010. Έγινε δεκτό το αίτημα να αναγνωρισθεί η απαλλαγή της οφειλέτιδας από το υπόλοιπο των οφειλών της προς τους καθ’ ων πιστωτές της, κατ’ άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, ως τροποποιηθέντος ισχύει, με την επιφύλαξη της πραγματοποίησης των καθοριζομένων για τη διάσωση της κατοικίας της καταβολών, στο πλαίσιο του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 και να τροποποιηθεί (μεταρρυθμιστεί) η οριστική και ήδη τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Περιστερίου και πλέον αρμοδιότητας Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών-Περιφερειακής έδρας Περιστερίου, ως προς το κεφάλαιο της ρυθμίσεως του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 και ειδικότερα ως προς το οφειλόμενο συνολικό ποσό της εν λόγω ρυθμίσεως και ως προς τη χρονική διάρκεια αυτής, προκειμένου αυτή να καταστεί βιώσιμη για την δανειολήπτρια.
Και αυτό διότι: Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 4 του ν. 3869/2010 και 758 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι εκδοθείσες κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας οριστικές αποφάσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, μπορούν με αίτηση διαδίκου μετά τη δημοσίευσή τους να ανακληθούν ή να μεταρρυθμισθούν από το δικαστήριο που τις εξέδωσε, αν προκύψουν νέα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είτε έλαβαν χώρα μετά (οψιγενή) είτε δεν ήταν γνωστά στο δικαστήριο κατά την πρώτη δίκη, ή μεταβολές της περιουσιακής κατάστασης και των εισοδημάτων του οφειλέτη, εξαιτίας των οποίων μεταβλήθηκαν μεταγενέστερα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε η απόφαση. Ο σκοπός της ρυθμίσεως αυτής είναι η προσαρμογή των ρυθμιστικών μέτρων στις εκάστοτε μεταβαλλόμενες πραγματικές καταστάσεις προς πραγμάτωση του σκοπού της, προς επέλευση δηλαδή του ρυθμιστικού αποτελέσματος (βλ. ΑΠ 1398/2019).
Περαιτέρω, με την παρ. 6 του άρθρου 62 του ν. 4549/2018, προστέθηκε στο άρθρο 9 του ν. 3869/2010 παράγραφος 6, η οποία ορίζει ότι «Οι παράγραφοι 3 έως 6 του άρθρου 8 εφαρμόζονται και στο σχέδιο διευθέτησης οφειλών του παρόντος άρθρου. Η μεταρρύθμιση της απόφασης γίνεται εντός των ορίων της παραγράφου 2 του άρθρου 9, όπως αυτή εφαρμόστηκε από τη μεταρρυθμιζόμενη απόφαση». Η διάταξη αυτή, σύμφωνα με την παρ. 11 του άρθρου 68 του ν. 4549/2018, εφαρμόζεται και σε υποθέσεις επί των οποίων δημοσιεύθηκε απόφαση πριν την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού. Όπως δε, αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4549/2018, η νέα παράγραφος 6 προστέθηκε «προκειμένου να δίνεται η δυνατότητα σε όλους τους διαδίκους να ζητήσουν μεταρρύθμιση του σχεδίου διευθέτησης οφειλών του άρθρου 9, εφόσον αυτή καθίσταται αναγκαία από μεταγενέστερα, της μεταρρυθμιζόμενης απόφασης, γεγονότα. Η ανάγκη αυτή υπαγορεύτηκε από το γεγονός ότι σε ορισμένες περιπτώσεις κατέστη δύσκαμπτο το σχέδιο διευθετήσεως οφειλών του άρθρου 9, είτε διότι οι οφειλέτες αντιμετώπισαν κάποια δυσμενή μεταβολή της οικονομικής τους κατάστασης και βρέθηκαν ενώπιον του κινδύνου απώλειας της προστασίας της κύριας κατοικίας τους, είτε διότι οι πιστωτές υπέστησαν ζημία παρά τη βελτίωση των εισοδημάτων του οφειλέτη. Ωστόσο, προκειμένου να διατηρηθεί ο μεταρρυθμιστικός χαρακτήρας του αιτήματος, χωρίς να παρέχεται η δυνατότητα καταστρατηγήσεως των μεταβατικών διατάξεων των νόμων που κατά καιρούς τροποποίησαν την παρ. 2 του άρθρου 9 του Ν. 3869/2010, η παράγραφος 6 προέβλεψε ότι το σχέδιο διευθέτησης οφειλών, και μετά τη μεταρρύθμισή του, θα πρέπει να παραμένει εντός των ορίων που θέτει η παρ. 2 του άρθρου 9 του Ν. 3869/2010, όπως αυτό εφαρμόστηκε από τη μεταρρυθμιζόμενη απόφαση.».
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, προκύπτει ότι είναι δυνατή η μεταρρύθμιση της αποφάσεως για τη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, επιτρέπεται, δηλαδή, στο πλαίσιο ισχύος του ν. 3869/2010 να μεταρρυθμισθεί το ποσό του ορισθέντος ανταλλάγματος για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του οφειλέτη, καθώς και η χρονική διάρκεια της σχετικής ρύθμισης, όταν αυτό δικαιολογείται από μεταγενέστερα γεγονότα ή μεταβολές της περιουσιακής κατάστασης και των εισοδημάτων του οφειλέτη.
Στην υπόθεση εξαιτίας της οποία εξεδόθη η μνημονευομένη δικαστική απόφαση, η μεταβολή των πραγματικών περιστατικών, συνίσταται στην απόκτηση δύο τέκνων και τις εξ αυτού του λόγου διαρκώς αυξανόμενες βιοτικές ανάγκες, δεδομένου ότι τα τέκνα θα έχουν σε βάθος χρόνου μεγαλύτερες ανάγκες ανατροφής και κυρίως εκπαιδεύσεως, καθώς και τη συνεχή αύξηση των επιτοκίων, τα οποία γεγονότα αυτά οδηγούν στη διόγκωση των δαπανών διαβιώσεως της οικογένειάς της, η οποία θα συμβεί σε βάθος χρόνου, μέχρι την ολοκλήρωση της εικοσαετούς ρύθμισης που προέβλεψε η υπό μεταρρύθμιση απόφαση και γι’ αυτό ζητήθηκε η μεταρρύθμισή της και ειδικότερα η μεταβολή του οφειλόμενου ποσού της εν λόγω ρυθμίσεως, όπως αυτό θα έχει διαμορφωθεί μετά τον συνυπολογισμό των καταβολών της απούσας από την έναρξη της ρυθμίσεως του άρθρου 9 παρ. 2 μέχρι την έκδοση της μεταρρυθμιστικής αποφάσεως και τη μεταρρύθμιση του χρόνου αποπληρωμής του ποσού αυτού σε 60 μήνες από την έκδοση αυτής της (μεταρρυθμιστικής) αποφάσεως, όπως και έτσι έγινε δεκτό.
Να γνωρίζετε ότι έχετε δικαίωμα να ζητήσετε όλες τις ηχογραφημένες συνομιλίες σας με εταιρείες ή φορείς που σας ηχογραφούν κατά την διάρκεια της τηλεφωνικής παροχής των υπηρεσιών τους.
Επίσης, αν κινδυνεύουν να διαγραφούν, λόγῳ της παρελεύσεως έτους από της ηχογραφήσεως, έχετε δικαίωμα να ζητήσετε την διατήρησή τους και μετά την πάροδο του έτους, μέχρι να ικανοποιηθεί το αίτημά σας για παράδοση των ηχογραφημένων αρχείων σε εσάς. Διαφορετικά η εταιρεία ως υπεύθυνη επεξεργασίας των δεδομένων σας, κινδυνεύει με πρόστιμο από την ΑΠΔΠΧ
Σύντομο ιστορικό υποθέσεως
Συνδρομητής εταιρείας τηλεπικοινωνιών ζήτησε με τρείς διαδοχικές αιτήσεις να του χορηγηθεί το σύνολο των ηχογραφημένων συνομιλιών που τον αφορούσαν και σχετίζονται με τεχνική βλάβη που δήλωσε προς την εν λόγω εταιρεία.
Η εταιρεία απέρριψε τα δύο πρώτα αιτήματα ως αόριστα, ενώ το τρίτο ικανοποιήθηκε εν μέρει, κατά το μέρος που χορηγήθηκαν στην αιτούσα ορισμένες μόνον από το σύνολο των αιτηθεισών συνομιλιών, διότι κάποιες είχαν διαγραφεί λόγῳ παρόδου έτους. Ο συνδρομητής κατήγγειλε στην ΑΠΔΠΧ ότι η εταιρεία έθεσε εμπόδια στην άσκηση του δικαιώματος της προσβάσεώς του στις επίμαχες ηχογραφημένες συνομιλίες.
Τέλος, η εταιρεία δεν ενημέρωσε όπως, βάσει του ΓΚΠΔ όφειλε, εντός μηνός από την παραλαβή της αιτήσεως για τις ενέργειές της περί της ικανοποιήσεως του αιτήματος, ούτε για την τυχόν αιτιολογημένη χρονική υπέρβαση της προθεσμίας αυτής
Νομική θεμελίωση στις διατάξεις του ΓΚΠΔ (GDPR)
Σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 1, 3 και 4 του ΓΚΠΔ καθιερώνεται το δικαίωμα πρόσβασης του υποκειμένου στα προσωπικά δεδομένα του και να λαμβάνει γνώση αυτών, χωρίς να απαιτείται η επίκληση εννόμου συμφέροντος, αφού αυτό ενυπάρχει και αποτελεί την βάση του δικαιώματος πρόσβασης, δηλαδή του δικαιώματος του υποκειμένου των δεδομένων να λάβει γνώση πληροφοριών. Εξάλλου, η υποχρέωση ικανοποίησης του δικαιώματος πρόσβασης είναι καθολική, αφορά δηλαδή όλες τις πληροφορίες που αφορούν στο υποκείμενο των δεδομένων.
Σύμφωνα με το άρθρο 12 ΓΚΠΔ μεταξύ των άλλων προβλέψεων ο υπεύθυνος επεξεργασίας πρέπει εντός μηνός από την παραλαβή του αιτήματος να ενημερώσει το υποκείμενο σχετικά με το αιτήματός του και σε περίπτωση το μέγιστο δίμηνης παρατάσεως να ενημερώσει σχετικώς για τους λόγους της καθυστερήσεως. Στην κρινόμενη περίπτωση όμως ο καταγγέλλων όχι μόνο δεν ενημερώθηκε εντός του μήνα από την άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης στις για το σύνολο των λόγων που καθιστούσαν δυσχερή την ικανοποίηση του αιτήματός του αν και εξαρχής ο καταγγέλλων είχε ζητήσει ρητώς και με σαφήνεια το σύνολο των τηλεφωνικών καταγραφών που τον αφορούσαν
Σύμφωνα με το άρθρο 18 του ΓΚΠΔ, μεταξύ των άλλων το υποκείμενο των δεδομένων δικαιούται να ζητήσει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας να διατηρήσει τα προσωπικά δεδομένα, -ακόμη και αν αυτός δεν τα χρειάζεται πλέον για τους σκοπούς που αυτός τα έχει επεξεργασθεί- ως αναγκαία για τη θεμελίωση, την άσκηση ή την υποστήριξη των νομικών αξιώσεων του.
Εν προκειμένῳ, αν και ο καταγγέλλων είχε ρητώς δηλώσει ότι επιθυμεί να διακρατήσει η εταιρεία μέχρι τη διεκπεραίωση του αιτήματός της τα αρχεία των συνομιλιών που την αφορούσαν και είχε επισημάνει τον κινδύνου διαγραφής τους λόγῳ παρόδου της δωδεκάμηνης διατήρησής τους στα αρχεία της εταιρείας, εν τούτοις η εταιρεία δεν συμμορφώθηκε με αποτέλεσμα να διαγραφεί μέρος των συνομιλιών και έτσι να μην ικανοποιηθεί πλήρως το αίτημα του υποκειμένου για πρόσβαση στα επεξεργασθέντα προσωπικά του δεδομένα.
Για τους λόγους αυτούς η καταγγελθείσα εταιρεία παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 2, 3 και 4, 15 και 18 του ΓΚΠΔ και γι’ αυτό η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα της επέβαλε πρόστιμο ύψους τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ
Πολλές φορές έχουμε αντιμετωπίσει στο δικηγορικό μας γραφείο περιπτώσεις, όπου έχουν «ξεμείνει» αποθήκες σε παλαιές στην πλειονότητά τους πολυκατοικίες, με ποσοστά συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου, δηλ. είναι ανεξάρτητες και αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες, χωρίς να τις έχει δηλώσει κανένας κατά την κτηματογράφηση, συνήθως του οικοπεδούχου ή αδιάθετες από το εργολαβικό αντάλλαγμα και τόσο ο αρχικός οικοπεδούχος έχει αποβιώσει και οι κληρονόμοι του αγνοούνται ή αγνοούν την ύπαρξη αυτών των ιδιοκτησιών όσο και οι εργολαβικές εταιρείες έχουν λυθεί και εκκαθαρισθεί με αποτέλεσμα αυτές οι ορφανές οριζόντιες ιδιοκτησίες να λαμβάνουν ΚΑΕΚ με την ένδειξη «ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΙΔΙΟΚΤΗΤΗ». Ποια είναι η τύχη τους; Μπορεί να διεκδικηθεί η κυριότητά τους με χρησικτησία; Μπορεί να αλλάξει αυτή η πρώτη εγγραφή και ποια διαδικασία;
Η απάντηση είναι ΝΑΙ. Μπορεί να επιτευχθεί η αναγνώριση της κυριότητας επί αυτών με έγερση αγωγής με βάση της έκτακτη χρησικτησία, δηλ. της εικοσαετούς χρήσεως της οριζοντίου διανοίᾳ κυρίου αλλά προσοχή, η εικοσαετία πρέπει να έχει συμπληρωθεί κατά τον χρόνο ενάρξεως λειτουργίας του Κτηματολογίου και όχι κατά τον χρόνο ασκήσεως της σχετικής αγωγής, όπως προέβλεπε η διάταξη του άρθρου 6§3στ’ του ν.2664/1998, που είχε προστεθεί με το άρθρο 37§2 του ν.4315/24-12-2014 , διότι έχει κριθεί αντισυνταγματική.
Κατωτέρω παραθέτουμε κατατοπιστικό απόσπασμα της υπ’ αριθ. Αποφ.11094/2025 Μον.Πρωτ.Αθ. (αδημοσ.), επί υποθέσεως που χειρίστηκε το Γραφείου μας, σχετικά με τις προϋποθέσεις για το ορισμένο και βάσιμο της αγωγής και την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως:
Από τον συνδυασμό των άρθρων 974,1045, 1046 και 1094 Α.Κ., 1,3,4§1,6§§1,2,3,9,10 και 11 Ν.2664/1998 που ρυθμίζει την λειτουργία του Εθνικού Κτηματολογίου, 701,117,118 εδ.4 και 216§1ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο αγωγής διορθώσεως ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο Κτηματολογικό Φύλλο αναφορικά με τη λέξη «άγνωστος» ως δικαιούχου κυριότητας ακινήτου, με επικαλούμενη αιτία κτήσεως από τον ενάγοντα πραγματικό δικαιούχο κυριότητας την έκτακτη χρησικτησία, η όποια αγωγή είναι πρωτίστως αναγνωριστική κυριότητος με παρεπόμενο το διαπλαστικό αίτημα της διορθώσεως των κτηματολογικών εγγραφών, απαιτείται να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο α)ότι ο πραγματικός δικαιούχος απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο και δη έκτακτη χρησικτησία κατά το χρονικό διάστημα πριν από την έναρξη λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου σε μια περιοχή και είχε τέτοια κυριότητα στο συγκεκριμένο χρονικό σημείο, ήτοι στην έναρξη λειτουργίας του εθνικού κτηματολογίου, καθόσον κρίσιμος χρόνος για την έναρξη εμπραγμάτου δικαιώματος που προσβάλλεται με τις ανακριβείς πρώτες εγγραφές είναι αυτός της ενάρξεως του Εθνικού Κτηματολογίου σε μια περιοχή όπως καθορίζεται με σχετική απόφαση του ΟΚΧΕ για τις παλιές κτηματογραφήσεις και μετέπειτα με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και ήδη με τον ν.452/2018 για τις νέες κτηματογραφήσεις με απόφαση του ΔΣ του ΝΠΔΔ «Ελληνικό Κτηματολόγιο», και όχι αυτός της εγέρσεως της αγωγής του άρθρου 6§2 του ν.2664/1998 [ΑΠ 251/2025, ΑΠ 202/2025, ΑΠ1954/2024, ΑΠ 1170/2024, ΑΠ1070/2023, ΑΠ1067/2023, ΑΠ 391/2023, ΜΕφ.Θεσ.1916/2023, αντιθ.ΑΠ 1549/2022. Η διάταξη του άρθρου 37§2 του ν.4315/24-12-2014, με την οποία προστέθηκε στην παράγραφο 3 του άρθρου 6 του ν.2664/1998 η περίπτωση στ΄, κατά την οποία «Όταν ο τίτλος κτήσεως του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και για το οποίο ζητείται η διόρθωση είναι χρησικτησία η συμπλήρωση της νομής υπολογίζεται κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής», ελέγχεται ως αντισυνταγματική λόγῳ της αντιθέσεώς της με την αρχή της ισότητας (άρθρο 4§1 και 2 του Συντάγματος) και της προστασίας της ιδιοκτησίας (άρθρο 17§1 του Συντάγματος), καθόσον προσδίδει περισσότερα δικαιώματα σε αυτόν που δεν δικαίωμα είχε κατά την κτηματογράφηση και για αυτό δεν το δήλωσε, έναντι αυτού που είχε δικαίωμα και προέβη σε υποβολή δηλώσεως (αντί άλλων ΜΕφ.Πατρ.600/2022, ΜΕφ.Πατρ.348/2022, ΜΕφ.Αν.Κρ.37/2021, ΜΕφ.Πειρ.495/2020, ΜΕφ.ΔυτΜακ./35/2020 και Μ.Εφ.Δυτ.Μακ.96/2019]. Σύμφωνα με τα παραπάνω, κρίσιμος χρόνος για τη συνδρομή των προϋποθέσεων της εκτάκτου χρησικτησίας είναι ο χρόνος ενάρξεως του κτηματολογίου σε μια περιοχή, ούτως ώστε ο χρόνος νομής (εικοσαετής) πρέπει να έχει συμπληρωθεί πριν την έναρξη ισχύος του Εθνικού Κτηματολογίου στη συγκεκριμένη περιοχή. Σε αντίθετη περίπτωση, όταν δηλαδή ο χρόνος της χρησικτησίας συμπληρώνεται μετά την έναρξη λειτουργίας του Κτηματολογίου η αγωγή του άρθρου 6 παράγραφος 2 είναι απορριπτέο ως μη νόμιμη [ΕφΛαρ179/2012]. Όμως, σε περίπτωση που ο ενάγων δεν συμπληρώνει στο πρόσωπό του τον χρόνο της εικοσαετούς νομής κατά την έναρξη ισχύος του Εθνικού Κτηματολογίου στη συγκεκριμένη περιοχή, αλλά αυτή συμπληρώνεται με την προσμέτρηση του χρόνου νομής του προκατόχου του, δικαιούται να επικαλεστεί και να αποδείξει το πραγματικό του άρθρου 1051 Α.Κ. (προσαύξηση νομής λόγω καθολικής διαδοχής) ώστε να προσμετρηθεί στην δική του νομή ο χρόνος νομής του προκατόχου του, το οποίο δεν μπορεί να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπ’όψιν από το Δικαστήριο παρά μόνο κατόπιν επικλήσεως του ενάγοντος.
Επομένως και συμπερασματικά: Φυσικά αν και στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εκτάκτου χρησικτησίας τότε προσμετρά και αυτός ο χρόνος ώστε να συμπληρωθεί η έκτακτη χρησικτησία κατά τον χρόνο ενάρξεως λειτουργίας του Κτηματολογίου, γεγονός που πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο ενάγων.
Τέλος, μη ξεχνάτε ότι πλέον αυτές οι κτηματολογικές διαφορές, με την τελευταία ρύθμιση του ν.5197/2025, υπάγονται στην Υποχρεωτική Διαμεσολάβηση και δύνανται να λυθούν εξωδικαστικώς, όπως λεπτομερώς αναλύουμε σε προηγούμενο άρθρο μας
Για οποιαδήποτε περαιτέρω πληροφορία μη διστάζετε να επικοινωνήσετε μαζί μας στην ηλεκτρονική διεύθυνση: mellawfirms@gmail.com
Μεταξύ των διαφορών που αναφύονται κατά την ένταξη και την εφαρμογή του Κτηματολογίου και μας ενδιαφέρουν για την Διαδικασία της Διαμεσολαβήσεως που εξετάζουμε στο παρόν, είναι συνήθως οι ανακριβείς πρώτες εγγραφές(αρθρ.6§2α ν.2664/1998), οι οποίες περιέχουν λάθη σχετικά με την ταυτότητα του ιδιοκτήτη, τα όρια του ακινήτου ή άλλα στοιχεία που επηρεάζουν την ιδιοκτησία και επιλύονται με την άσκηση της αγωγής που προβλέπεται στο αρθρ.6§2α ν.2664/1998.
Β.Αναλυτικά
1.Οι πρώτες εγγραφές που αφορούν στα όρια, το σχήμα ή το μέγεθος του ακινήτου όπως αυτά καταγράφονται στο κτηματολόγιο, ονομάζονται γεωμετρικές εγγραφές και για το λόγο αυτό το δικαστικό αίτημα αποσκοπεί να διορθωθούν αυτά τα στοιχεία και να επιφέρει στο ακίνητο γεωμετρικές μεταβολές. Αυτές οι γεωμετρικές μεταβολές μπορεί να περιλαμβάνουν συνένωση, κατάτμηση, αλλαγή ορίων, σύσταση ή κατάργηση δουλειών διόδου, ή διόρθωση σφαλμάτων στα γεωμετρικά στοιχεία.
Διαδικασία επιλύσεως
Οι διαφορές αυτές επιλύονται με αγωγή ενώπιον του αρμόδιου καθ’ ύλην και κατά τόπον Πρωτοδικείου από το οποίο ζητείται να αναγνωρισθεί το δικαίωμα που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και να διορθωθεί, ολικά ή μερικά, η πρώτη εγγραφή (αρθρ.6§2α ν.2664/1998). Η αγωγή, αναγνωριστική ή διεκδικητική, ασκείται από όποιον έχει έννομο συμφέρον μέσα σε αποκλειστική προθεσμία που λήγει την 31η Δεκεμβρίου του έτους, εντός του οποίου συμπληρώνονται οκτώ (8) έτη (αρθρ.6§2γ ν.2664/1998), η οποία προθεσμία, των οκτώ (8) ετών, αρχίζει από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της αποφάσεως του Δ.Σ. του Φορέα, σύμφωνα με την οποία αρχίζει η λειτουργία του κατά τόπον Κτηματολογικού Γραφείου στο οποίο ανήκει το ακίνητο (αρθρ.1§3 ν.2664/1998).
2.Ως ειδικότερη έκφανση των διαφορών που αναφύονται, κατά τις πρώτες εγγραφές, είναι αυτές που αφορούν σε ακίνητα που δεν έχουν εγγραφεί ως ανήκοντα σε ορισμένο πρόσωπο και φέρονται στα κτηματολογικά βιβλία και στα λοιπά στοιχεία του Κτηματολογίου ως ακίνητα «αγνώστου ιδιοκτήτη»(αρθρ.6§3α ν.2664/1998), των οποίων η εγγραφή μπορεί να διορθωθεί υπό τις κατωτέρω δικονομικές διαδικασίες:
i.Διαζευκτικά κατ’ ελεύθερη επιλογή, με την προβλεπόμενη στο αρθρ.6§2α ν.2664/1998αγωγή ή μπορεί να ζητηθεί και με αίτηση εκείνου που ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα, η οποία υποβάλλεται ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου και, μέχρις ότου ορισθεί αυτός, στο Μονομελές Πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (αρθρ.6§3α ν.2664/1998).
ii.Όταν η διόρθωση αφορά σε ανακριβή αρχική εγγραφή δικαιώματος που έχει καταχωριστεί εν μέρει με την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» και εν μέρει με την ένδειξη υπέρ τρίτου προσώπου που αναγράφεται ως δικαιούχος, τότε ασκείται η ως άνω αγωγή του αρθρ.6§2α ν.2664/1998, που απευθύνεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου και κατά του αναγραφόμενου ως δικαιούχου του δικαιώματος στο οποίο αφορά η εγγραφή κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην παράγραφο αυτή. Το ίδιο ισχύει και για τη διόρθωση αρχικών εγγραφών επί ακινήτου, που τμήματά του έχουν καταχωριστεί με την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» και υπέρ τρίτου προσώπου που αναγράφεται ως δικαιούχος.
iii. Όταν πρόκειται για διόρθωση αρχικής εγγραφής επί γεωτεμαχίου (όχι όταν αφορά σε οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία), με την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» και ο δικαιούχος επικαλείται ως τίτλο κτήσεως την έκτακτη χρησικτησία, τότε κατ’ εξαίρεση δεν κατατίθεται αίτηση κατά την Εκουσία Δικαιοδοσία του αρθρ.6§3α ν.2664/1998 αλλά ασκείται η αγωγή του αρθρ.6§2α ν.2664/1998 που απευθύνεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου.
Οι ανωτέρω υποθέσεις, εφ’ όσον πληρούσαν τα κριτήρια του άρθρ.3 ν.4640/2019, θα μπορούσαν να υπαχθούν από τους διαδίκους στην διαδικασία της Διαμεσολαβήσεως, δηλ. αν επρόκειτο για αστικές και εμπορικές διαφορές, εθνικού ή διασυνοριακού χαρακτήρα, υφιστάμενες ή μέλλουσες, εφόσον τα μέρη έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντικείμενο της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.
Όμως, πρακτικά αν διάδικος ή αναγκαίος ομόδικος ήταν το Δημόσιο, Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ. η διαμεσολάβηση αποκλειόταν, διότι εξ αρχής και παγίας τακτικής το Δημόσιο και οι λοιποί φορείς του, δεν συναινούσε σε υπαγωγή στην Διαμεσολάβηση. Μάλιστα δεν υπήρχε και καμία νομοθετική πρόβλεψη ώστε, έστω και εμμέσως, να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις προσελεύσεώς του στην διαδικασία της Διαμεσολαβήσεως, αντιθέτως ρητώς με το άρθρ.6§2 ν.4640/2019 προβλέπεται ότι: Εξαιρούνται από την υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολαβήσεως (Υ.Α.Σ.) οι διαφορές στις οποίες διάδικο μέρος είναι το Δημόσιο, Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ..
Αποτέλεσμα αυτής της παγιωμένης καταστάσεως ήταν, οι διάδικοι-πολίτες να ταλαιπωρούνται με χρονοβόρους δικαστικούς αγώνες (αναβολές, μακρινές δικασίμους, καθυστέρηση εκδόσεως δικαστικών αποφάσεων, άσκηση ενδίκων μέσων) και φυσικά μεγαλύτερη οικονομική επιβάρυνση ακόμη και για υποθέσεις που ήταν προφανής η έκβασή τους και εύκολα ήταν δυνατόν να δοθεί ταχεία λύση μέσῳ ενός Πρακτικού επιτυχούς Διαμεσολαβήσεως
Δ.Νέο ισχύον καθεστώς (ν.5197/2025)
Στις 16 Μαΐου 2025 δημοσιεύθηκε ο ν.5197/2025, ο οποίος επέφερε ρηξικέλευθες αλλαγές στα όσα γνωρίζαμε μέχρι σήμερα ως προς την κτηματολογική διαμεσολάβηση και αρχίσει να ισχύει από την 16/9/2025. Στο παρόν σημείωμά μας δεν θα ασχοληθούμε με τα επιμέρους δικονομικά και εφαρμογής διαχρονικού δικαίου ζητήματα τα οποία χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής αλλά και ερμηνείας, όπως ορθώς έγκριτοι Συνάδελφοι Νομικοί έχουν εντοπίσει αλλά θα εστιάσουμε στην θετική επίπτωση που έχει η νομοθετική ρύθμιση στην επίλυση των κτηματολογικών διαφορών από τις εσφαλμένες πρώτες εγγραφές.
Συγκεκριμένα, δυνάμει του άρθρ. 59§1 του ν.5197/2025 τροποποιείται ριζικά το άρθρ. 6§2 του ν.2664/1998 όσον αφορά την υποχρεωτική αρχική συνεδρία κτηματολογικής διαμεσολάβησης, με την υπαγωγή στην τελευταία και των διαφορών με εναγόμενο το Ελληνικό Δημόσιο, Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) αλλά και με την εισαγωγή ενός νόμιμου (μαχητού) τεκμηρίου στις ιδιοκτησιακές διαφορές που στρέφονται κατά του Ελληνικού Δημοσίου.
Αναλυτικά:
I.Υποχρεωτική πρόσκληση Υ.Α.Σ. προς όλους τους εναγομένους: Πριν από τη συζήτηση της αγωγής του άρθρ.6§2α ν.4640/2019, για τις περιπτώσεις των ανακριβών πρώτων εγγραφών και του «αγνώστου ιδιοκτήτη» τις οποίες αναλυτικά ανωτέρω αναφέρουμε, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης ο ενάγων οφείλει να προσκαλέσει, με την αγωγή ή με ιδιαίτερο δικόγραφο, όλους τους εναγόμενους, εκτός των προσώπων αγνώστου διαμονής, σε υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολαβήσεως ενώπιον Κτηματολογικού Διαμεσολαβητή που επιλέγεται από ειδικό μητρώο, το οποίο καταρτίζεται και τηρείται σε ηλεκτρονική μορφή από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης του άρθρου 10 του ν. 4640/2019.
II.Αντικίνητρο: Σε περίπτωση αδικαιολόγητης μη εμφάνισης των εναγόμενων στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία επιβάλλεται αυξημένη δικαστική δαπάνη.
III.Πρακτικό επίτευξης συμφωνίας: Σε περίπτωση επίτευξης συμφωνίας, το Πρακτικό του Διαμεσολαβητή καταχωρίζεται στο κτηματολογικό φύλλο και διορθώνεται η ανακριβής κτηματολογική εγγραφή, χωρίς να απαιτείται η συνέχιση του δικαστηριακής διαδικασίας ούτε να απαιτείται η έκδοση δικαστικής αποφάσεως.
IV.Υποχρεωτική Υ.Α.Σ. για Δημόσιο, Ο.Τ.Α., Ν.Π.Δ.Δ.-Εξουσιοδοτήσεις: Αν μεταξύ των διαδίκων περιλαμβάνονται το Δημόσιο, Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, κατά παρέκκλιση του άρθρ.6§2 ν.4640/2019 και κάθε άλλης αντίθετης διάταξης, αυτοί συμμετέχουν στην Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία Διαμεσολαβήσεως, στην οποία εκπροσωπούνται από τον αρμόδιο λειτουργό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και από τους υπηρετούντες νομικούς συμβούλους, ή δικηγόρους με έμμισθη εντολή ή από δικηγόρους με ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα, αντιστοίχως. Οι εκπρόσωποί τους (Δημοσίου, Ο.Τ.Α., Ν.Π.Δ.Δ.) λαμβάνουν μέρος στην Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία και υπογράφουν τα Πρακτικά περάτωσης της Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας, της υπαγωγής σε διαδικασία διαμεσολάβησης και της επίτευξης ή μη επίτευξης συμφωνίας.
V.Προθεσμία: Κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διατάξεως, η πρόσκληση για την Υ.Α.Σ. γνωστοποιείται στο Ελληνικό Δημόσιο τουλάχιστον τριάντα (30) ημέρες πριν από τη Συνεδρία.
VI.Τεκμήριο μη προβολής δικαιωμάτων του Δημοσίου, Ο.Τ.Α., Ν.Π.Δ.Δ.: Εντός αυτής της προθεσμίας των 30 ημερών, παρέχεται στους αρμόδιους λειτουργούς έγγραφο των αρμόδιων Υπηρεσιών σχετικά με την προβολή ή μη δικαιωμάτων του Δημοσίου επί του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή πρώτη εγγραφή. Σε περίπτωση μη παροχής του ανωτέρω εγγράφου παράγεται τεκμήριο περί μη προβολής δικαιωμάτων του Δημοσίου.
Πρακτικές συνέπειες-Συμπέρασμα
Κατανοούμε ότι η ανωτέρω ρύθμιση δεν μας απαλλάσσει αυτόματα και άνευ άλλου τινός από τις γραφειοκρατικές και ευθυνοφοβικές αγκυλώσεις του ευρύτερου Δημοσίου τομέα και των υπαλλήλων του που οδηγεί στην αδικαιολόγητη ταλαιπωρία του πολίτη. Αυτό όμως που επιτυγχάνεται είναι αφ’ ενός να αναγκασθεί ο κρατικός μηχανισμός να κινηθεί και να προσέλθουν οι εκπρόσωποι του Δημοσίου στην Υ.Α.Σ. που αποτελεί το πρώτο βήμα της διαμεσολαβήσεως, εξοπλισμένοι μάλιστα και με όλες τις αναγκαίες εξουσιοδοτήσεις μέχρι και να υπογράψουν Πρακτικό επιτεύξεως συμφωνίας, που διαφορετικά δεν επρόκειτο να αποφασίσουν ούτε καν την προσέλευση σε Υ.Α.Σ., ανοίγοντας έτσι μακροπρόθεσμα και τον δρόμο να υπαχθούν στην δυνατότητα διαμεσολαβήσεως και άλλες υποθέσεις με αντίδικο το Δημόσιο και σε άλλους επιπλέον κλάδους Δικαίου. Αφ’ ετέρου σε κάθε περίπτωση ακόμη και αν δεν ακολουθήσει την Υ.Α.Σ. η υπαγωγή της διαφοράς σε διαμεσολάβηση, τουλάχιστον εκπαιδεύεται και εξοικειώνεται και το Ελληνικό Δημόσιο (υπό στενή και ευρεία έννοια) με την διαδικασία της διαμεσολαβήσεως και μέσα από αυτή εθίζει και δείχνει την οδό αυτή και στους πολίτες προκειμένου να την εμπιστευθούν, να την ακολουθήσουν και να εδραιωθεί ως μια εναλλακτική διαδικασία εξωδικαστικής επιλύσεως των διαφορών.
Σε κάθε περίπτωση, η επιτυχής έκβαση της Διαμεσολαβήσεως στις κτηματολογικές διαφορές αμφισβητήσεως εσφαλμένων πρώτων εγγραφών και αγνώστου ιδιοκτήτη, απαλλάσσει τους διαδίκους από σπατάλη χρόνου και χρήματος και συμβάλλει στην βελτίωση των υπηρεσιών και της ταχύτερης απονομής δικαιοσύνης. Προτρέπουμε αναφανδόν να τολμήσετε και να εμπιστευθείτε την διαδικασία διαμεσολαβήσεως επιλέγοντας έμπειρους νομικούς παραστάτες αλλά και εξειδικευμένους Κτηματολογικούς Διαμεσολαβητές
Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να μας αποστείλετε τις ερωτήσεις σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση: mellawfirms@gmail.com
Ανακοπή Διαταγής Πληρωμής – ανυπόγραφα τιμολόγια-υπογραφή δελτίων αποστολής από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο-ακύρωση
Περίληψη: Διαταγή Πληρωμής κατά εταιρείας από τιμολόγια – δελτία αποστολής. Απόδειξη απαιτήσεως. Υπογραφή παραλαβής τιμολογίων – δελτίων αποστολής από τρίτο πρόσωπο. Έλλειψη εξουσιοδοτήσεως. Λόγος ανακοπής, ακύρωση διαταγής πληρωμής λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου
Αριθμός Απόφασης 342/2025
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΝΕΑΠΟΛΕΩΣ ΛΑΣΙΘΙΟΥ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Από την Δικαστή Νικολέτα Κωνσταντάκη, Πρωτοδίκη η οποία ορίσθηκε από τον διευθύνοντα το Πρωτοδικείο Νεαπόλεως Λασιθίου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, και από την Γραμματέα Καλλιόπη Κύπτη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στις 05/02/2025 για να δικάσει την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους ανακοπής μεταξύ των «…..……………..ΑΕ», νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Μέλλου και «………….ΑΕ νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της……….
Αφού μελέτησε τη δικογραφία σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο
Κατά τη διάταξη του άρθρου 623 του ΚΠολΔ, μπορεί, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 του Κώδικα αυτού, να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Η απαίτηση που μπορεί να αποδεικνύεται και από τον συνδυασμό περισσοτέρων τέτοιων εγγράφων, πρέπει κατά το άρθρο 624 παρ.1 του ιδίου Κώδικα να μην εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και να είναι ορισμένο το οφειλόμενο ποσό χρημάτων ή χρεογράφων, κατά δε το άρθρο 626 παρ.2, 3 του ιδίου επίσης Κώδικα, η αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, που καταθέτει ο δικαιούχος της απαιτήσεως στη γραμματεία του Δικαστηρίου, πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων στοιχείων, την απαίτηση και το ακριβές ποσό χρημάτων ή χρεογράφων, με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους των οποίων ζητείται η καταβολή, να επισυνάπτονται δε σ αυτή και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της. Εάν η απαίτηση ή το ποσό δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο Δικαστής οφείλει, κατ’ άρθρο 628 ΚΠολΔ να μην εκδώσει τη διαταγή πληρωμής. Εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋποθέσεως εκδοθεί διαταγή πληρωμής, αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής στην περίπτωση αυτή απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της υπάρξεως της απαιτήσεως και της δυνατότητας να αποδειχθεί με άλλα αποδεικτικά μέσα (Βλ. ΟλΑΠ 10/1997 ΕλλΔνη 1997, σελ. 768). Εξάλλου κατά το άρθρο 443 ΚΠολΔ για να έχει αποδεικτική δύναμη ιδιωτικό έγγραφο πρέπει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη. Ως εκδότης δε, κατά την έννοια του άρθρου αυτού, θεωρείται εκείνος ο οποίος αναλαμβάνει υποχρεώσεις από το έγγραφο. Κατά το άρθρο δε, 447 του ιδίου Κώδικα, το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί απόδειξη υπέρ του εκδότη μόνο αν το προσκόμισε ο αντίδικος ή αν πρόκειται για τα βιβλία που αναφέρονται στο άρθρο 444 ΚΠολΔ. Έτσι είναι δυνατή η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση τιμολόγια-δελτία αποστολής εμπορευμάτων, μόνο αν τα έγγραφα αυτά φέρουν την υπογραφή του αγοραστή κατά τρόπο που να αποδέχεται την οφειλή του. Στην περίπτωση δε, κατά την οποία έχει υπογράψει επί των εγγράφων αυτών (τιμολογίων-δελτίων αποστολής), κάτω από τη δήλωση παραλαβής των εμπορευμάτων, τρίτο πρόσωπο, ως αντιπρόσωπος του υπόχρεου αγοραστή, πρέπει για την έκδοση διαταγής πληρωμής να αποδεικνύεται από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο και η προς τον τρίτο σχετική εντολή ή πληρεξουσιότητα. Η προϋπόθεση αυτή επιβάλλεται και από την αρχή της ασφάλειας των συναλλαγών, διότι διαφορετικά ο φερόμενος ως αντιπροσωπευόμενος οφειλέτης, δεσμεύεται υπέρμετρα χωρίς να υπάρχει προηγούμενη καθαρή δήλωση της βουλήσεως του για αντιπροσωπευτική διάθεση (βλέπε ΑΠ 872/2017, ΑΠ1850/2017, ΑΠ 682/2015, ΑΠ 1349/2013, ΑΠ 1608/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αν όμως τα στοιχεία των τιμολογίων και κυρίως η κατάρτιση της συμβάσεως, και εφόσον πρόκειται για σύμβαση πωλήσεως, η παραλαβή από τον αγοραστή των πωληθέντων πραγμάτων αποδεικνύονται από άλλα έγγραφα συνοδευτικά αυτών, όπως είναι τα δελτία αποστολής, τότε με βάση τα έγγραφα αυτά και τα τιμολόγια, μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, εφόσον από τον συνδυασμό των περισσοτέρων αυτών εγγράφων, που, παντός, θα πρέπει να έχουν αποδεικτική δύναμη, αποδεικνύεται εγγράφως η ύπαρξη της απαιτήσεως. Για να έχουν όμως αποδεικτική δύναμη τα παραπάνω έγγραφα θα πρέπει αυτά να έχουν την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη τους κατά τα ήδη αναφερθέντα (βλέπε ΑΠ 933/2011, ΑΠ 1305/2009, Εφ.Δωδ. 122/2026 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΡοδ 75/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΛαρ. 41/2016 Δικογρ., σελ.177). Τέλος, διαταγή πληρωμής βάσει ανυπόγραφων τιμολογίων, εκδίδεται όταν είναι δυνατή η απόδειξη καταρτίσεως της συμβάσεως πωλήσεως σε συνδυασμό με άλλα έγγραφα π.χ. δελτίου αποστολής (ΜΠρΛαρ 557/2000,ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της κρινόμενης ανακοπής της η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι απαραδέκτως εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και πρέπει να ακυρωθεί εν όλῳ, διότι η εναντίον της απαίτηση της καθης η ανακοπή δεν αποδεικνύεται από τα προσκομισθέντα ενώπιον της Δικαστού που την εξέδωσε αναφερόμενα στην ανακοπή τιμολόγια – δελτία αποστολής, καθόσον σε αυτά (δελτία αποστολής) δεν έχει τεθεί η υπογραφή από τους νόμιμους εκπροσώπους της στην θέση του παραλαβόντος, αλλά από τρίτο πρόσωπο που δεν είχε εξουσιοδοτηθεί από αυτήν, ενώ οι συμβάσεις που επικαλείται η ανακόπτουσα βάσει των οποίων ο τελευταίος είχε την εξουσία προς υπογραφή, ουδεμία εξουσιοδότηση προς τον υπογράφοντα ή άλλο σχετικό συμβατικό όρο περιλαμβάνουν. Ο ανωτέρω λόγος της ανακοπής περί διαδικαστικού απαραδέκτου που εμφιλοχώρησε κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής είναι νόμιμος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παραπάνω νομική σκέψη της παρούσης, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 444, 447, 623, 624 παρ.1 και 628 παρ.1 εδ.α’ ΚΠολΔ. Πρέπει ως εκ τούτου να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.
Από την εκτίμηση της ένορκης καταθέσεως του μάρτυρα που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, τις νομίμως ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις, τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την από……… αίτησή της προς τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, η καθ’ ης η ανακοπή ανώνυμη εταιρία ζήτησε να εκδοθεί κατά της ανακόπτουσας ανώνυμης εταιρείας διαταγή πληρωμής για το συνολικό ποσόν των 77.862,24€ πλέον τόκων, που αντιστοιχεί στο τίμημα των προϊόντων που της πώλησε δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως προκειμένου η ανακόπτουσα να εξοπλίσει το νέο της ξενοδοχείο στη Μήλο. Με την ως άνω αίτησή της η καθ’ης η ανακοπή επικαλέσθηκε οκτώ (8) τιμολόγια πωλήσεως μαζί με τα σχετικά δελτία αποστολής, τα οποία συνυπέβαλε προς απόδειξη της, κατά της ανακόπτουσας, απαιτήσεώς της και ειδικώτερα τα κάτωθι τιμολόγια……. Με βάση τα παραπάνω έγγραφα εκδόθηκε η ανακοπτομένη υπ’αριθμόν 140/2023 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, στην οποία ρητώς αναφερόταν ότι τα προϊόντα και δελτία αποστολής παρέλαβε για λογαριασμό της ανακόπτουσας ο …………., ο οποίος ήταν υπεύθυνος για την παραλαβή των προϊόντων δυνάμει της από 06/09/2021 συμβάσεως επιβλέποντος τεχνικού συμβούλου, όπως αυτή τροποποιήθηκε δυνάμει της από 30/05/2021 συμβάσεως επιβλέποντες του τεχνικού συμβούλου. Με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής διατάχθηκε η ανακόπτουσα να καταβάλει στην καθ’ης η ανακοπή το ως άνω ποσό. Τα προμνησθέντα δελτία αποστολής δεν φέρουν την υπογραφή των νομίμων εκπροσώπων της ανακόπτουσας ανωνύμου εταιρείας αλλά τρίτου προσώπου και δη του επιβλέποντος τεχνικού συμβούλου, χωρίς να προκύπτει, ωστόσο, από τα προσκομισθέντα ενώπιον της εκδόσασας τη Διαταγή Πληρωμής Δικαστού έγγραφα και δη από την από 6/9/2021 σύμβαση επιβλέποντος τεχνικού συμβούλου και από την από 30/05/2022 τροποποίηση της ως άνω συμβάσεως ότι ο ……….. είχε την εξουσία για παραλαβή των προϊόντων και υπογραφή των επιδίκων δελτίων αποστολής. Άλλωστε ούτε η καθ’ης η ανακοπή στις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της μνημονεύει συγκεκριμένο όρο των ως άνω συμβάσεων, από τις οποίες να προκύπτει ότι ο υπογράφων τα επίδικα δελτία αποστολής είχε την εξουσία προς τούτο. Άλλωστε την υπογραφή στα επίδικα δελτία αποστολής τρίτου προσώπου συνομολογεί και η καθ’ης η ανακοπή, αφού αυτό αναφέρει και κατά την έκδοση της βαλλόμενης Διαταγής Πληρωμής. Εξ άλλου, η καθ’ης η ανακοπή, ακόμα και αν κατά την αίτηση για την έκδοση της ανακοπτομένης Διαταγής Πληρωμής, επισύναψε σε αυτή τα δύο (2) ιδιωτικά έγγραφα, ήτοι την από 6/9/2021 και την από 30/05/2022 τροποποίηση της συμβάσεως επιβλέποντος τεχνικού συμβούλου από αυτά ουδόλως προκύπτει ότι η ανακόπτουσα παρείχε πράγματι την πληρεξουσιότητα στο ανωτέρω τρίτο πρόσωπο να θέτει, ως άμεσος αντιπρόσωπος-υπεύθυνος παραλαβής εμπορευμάτων, την υπογραφή του επί των ενδίκων τιμολογίων-δελτίων αποστολής, όπως άλλωστε και ο ίδιος κατέθεσε ενόρκως ενώπιον της συμβολαιογράφου………… όπου κατά λέξη ανέφερε τα εξής «ουδέποτε εκπροσώπησα την….. ΑΕ, με κανέναν τρόπο και έναντι του οποιουδήποτε, πολύ περισσότερο απέναντι στην …..ΑΕ. Ούτε έλαβα με κανέναν τρόπο εξουσιοδότηση ή εντολή από οποιονδήποτε από το διοικητικό συμβούλιο της …ΑΕ, ούτε καν προφορική να την εκπροσωπήσω απέναντι σε οποιονδήποτε που συναλλασσόταν μαζί της, ούτε φυσικά απέναντι στην ….ΑΕ». Σε κάθε περίπτωση, άλλωστε, πρέπει να λεχθεί ότι αντικείμενο της δίκης της ανακοπής δεν είναι η διάγνωση της ουσιαστικής αξιώσεως, αλλά το κύρος και η νομιμότητα της εκδόσεως της διαταγής πληρωμής, στοιχεία που κρίνονται μόνο με βάση τα έγγραφα που προσκομίστηκαν ενώπιον του δικαστή που την εξέδωσε και όχι βάσει εγγράφων που μεταγενέστερα στη δίκη της ανακοπής προσκομίζονται, στην προκειμένη δε, περίπτωση, ουδόλως τηρήθηκε η βασική αρχή του νόμου για την έκδοση διαταγής πληρωμής, βάσει της οποίας, η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό πρέπει να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Η ως άνω απαίτηση του νόμου, για εγγραφή προαπόδειξη, ως αντιστάθμισμα της ελλείψεως ακροάσεως του οφειλέτη κατά το στάδιο της εκδόσεως διαταγής πληρωμής, που επάγεται ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες για τον τελευταίο, αφού οι σε βάρος του απαίτηση εξοπλίζεται με εκτελεστό τίτλο, καλύπτει όλα τα στοιχεία της εισφερόμενης απαιτήσεως, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η παθητική νομιμοποίηση του οφειλέτη. Λόγῳ δε των ιδιαίτερα επαχθών συνεπειών που επάγεται η έκδοση διαταγής πληρωμής, δεν συγχωρούνται παραχωρήσεις και αποκλίσεις από την ανάγκη της έγγραφης αποδείξεως χάριν της εύρυθμης λειτουργίας των συναλλαγών και δη των εμπορικών συναλλαγών. Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, ο δανειστής που δεν είναι σε θέση να προσκομίσει έγγραφα δημόσια ή ιδιωτικά που να δεσμεύουν άμεσα τον οφειλέτη του, δεν στερείται εννόμου προστασίας, αφού μπορεί να προσφύγει στο δικαστήριο με την άσκηση αγωγής και με τη χρήση πλέον όλων των πρόσφορων αποδεικτικών μέσων, μαρτύρων, δικαστικών τεκμηρίων, ενόρκων καταθέσεων κλπ, να ικανοποιήσει δικαστικά την απαίτησή του (βλέπε ΜΠρΡοδ. 75/2016, ΜΠρΠατρ. 708/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, κατ’ακολουθία των ανωτέρω, ενόψει του γεγονότος ότι δεν τηρήθηκε η διαδικαστική προϋπόθεση για την έκδοση της ανακοπτομένης Διαταγής Πληρωμής, πρέπει αυτή να ακυρωθεί, αφού από τα προσκομισθέντα τιμολόγια-δελτία αποστολής με βάση τα οποία αυτή εκδόθηκε, δεν αποδεικνύεται ότι το πρόσωπο, που έθεσε την υπογραφή του, επί αυτών, ως παραλήπτης, είχε, κατά τον κρίσιμο χρόνο της υπογραφή τους, την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ανακόπτουσας-καθ’ης η διαταγή πληρωμής ή ήταν υποκατάστατο όργανο ή είχε λάβει τη σχετική προς τούτο εντολή και πληρεξουσιότητά της. Εξ ετέρου, ακόμα και αν δεν υπάρχει οιαδήποτε αμφιβολία σχετικά με τις κατασκευές που η καθ’ης η ανακοπή εκτέλεσε για τις οποίες εκδόθηκαν τα επίδικα τιμολόγια ακόμα η διαταγή πληρωμής ακυρώνεται εν προκειμένῳ λόγῳ διαδικαστικού απαραδέκτου που εμφιλοχώρησε κατά την έκδοσή της, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής βασιμότητας της απαιτήσεως που διατηρεί η καθ’ης έναντι της ανακόπτουσας. Κατόπιν τούτων ο λόγος αυτός της ανακοπής πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος, παρελκομένης της εξετάσεως των λοιπών λόγων και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής.
Για τους λόγους αυτούς
Συνεκδικάζει την ανακοπή και τους πρόσθετους Λόγους αυτής αντιμωλία των διαδίκων
Ακυρώνει την υπ αριθμό 140/2023 Διαταγή Πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου
Καταδικάζει την καθ’ης η ανακοπή στην καταβολή των δικαστικών εξόδων
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε
Η Δικαστής H Γραμματέας
Την υπόθεση χειρίστηκε το γραφείο μας, με απόλυτη επιτυχία
Η πολιτισμική στάθμη μιας οργανωμένης κοινωνίας μεταξύ των άλλων κριτηρίων, προσδιορίζεται και από τις προβλεπόμενες αλλά και περισσότερο αποδεκτές από τους πολίτες μεθόδους επιλύσεως των μεταξύ τους διαφορών. Ξεκινήσαμε από την αυτοδικία και το δίκαιο του ισχυρού για να κατακτήσουμε την δίκαιη απονομή δικαιοσύνης αλλά πλέον εδώ και δεκαετίες σε άλλες έννομες τάξεις, έχει καθιερωθεί και έχει τύχει ευρείας αποδοχής με θαυμάσια αποτελέσματα, η διαδικασία εξωδικαστικής επιλύσεως των διαφορών με την Διαμεσολάβηση ως την τελευταία ευκαιρία πριν την προσφυγή στην Δικαιοσύνη αλλά ακόμη και την τελευταία στιγμή ακόμη και πριν την έκδοση δικαστικής αποφάσεως.
Στην παράδοση της ελληνικής κοινωνίας πάντα υπήρχε ανεπισήμως η διαμεσολάβηση υπό διάφορες μορφές και την εντοπίζουμε στο πέρασμα των αιώνων από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι και προ μερικών δεκαετιών, όπου ειδικά οι κάτοικοι της υπαίθρου προσέφευγαν στο Πρόεδρο ή στον γεροντότερο του χωριού, σε ένα πρόσωπο σεβάσμιο και της κοινής αποδοχής για να συζητήσουν και να λύσουν ειρηνικά την διαφορά τους. Βέβαια αυτή η εθιμική τακτική, για πολλούς λόγους, κυρίως κατά την γνώμη μου εξ αιτίας της αστικοποιήσεως, της επικρατήσεως των απροσώπων σχέσεων και της θεμελιώσεως της αποκλειστικά θεσμοθετημένης δικαστηριακής απονομής δικαιοσύνης ατόνισε.
Στην Ελλάδα ο θεσμός είναι νεοεμφανισθείς από την άποψη της επίσημης νομικής ρυθμίσεως του και σε συμμόρφωση με την ΟΔΗΓΙΑ 2008/52/ΕΚ αν και σε άλλες χώρες μετρά πολλές δεκαετίες η εφαρμογή της. Όμως είναι γεγονός ότι δεν έχει τύχει μέχρι στιγμής της αποδοχής, της προβολής αλλά και της επιτυχίας που του αξίζει από την άποψη των ωφελειών που προσφέρει σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη.
Με τον ν.4640/2019 τέθηκαν οι βάσεις για την επίλυση των διαφορών με την διαδικασία της Εκούσιας Διαμεσολαβήσεως για αστικές, εμπορικές και οικογενειακές υποθέσεις, σύμφωνα με τις ειδικότερες προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος. Πρόσφατα δε με το άρθρο 59 του ν.5197/2025, συμπεριλήφθηκαν και οι διαφορές από τις εσφαλμένες κτηματολογικές πρώτες εγγραφές, ακόμη και αν «αντίδικος» είναι το Δημόσιο, Ο.Τ.Α., Ν.Π.Δ.Δ..
Όμως, για να ευδοκιμήσει η Διαμεσολάβηση, πέραν των νομοθετικών ρυθμίσεων, πρέπει να αλλάξει ριζικά η νοοτροπία όλων ημών, από τους πολίτες ως τα εμπλεκόμενα μέρη και ειδικά πρωτίστως σε εμάς τους νομικούς παραστάτες. Θεωρώ ότι η αποδοχή του θεσμού και η ένθερμη υποστήριξή του από εμάς τους Δικηγόρους είναι καταλυτική για την επιτυχία της Διαμεσολαβήσεως. Αν οι Δικηγόροι πεισθούμε για τα οφέλη αυτής της διαδικασίας, τότε είναι βέβαιο ότι θα μεταδώσουμε αυτή την παραδοχή και στον εντολέα μας ότι δηλ. είναι προς όφελός του και ότι μόνο κέρδος θα έχει αν επιχειρήσει να ακολουθήσει την Διαμεσολάβηση
Και αυτό θα επιτευχθεί αν κατανοήσουμε ότι:
1.Η Διαμεσολάβηση αυξάνει την δικηγορική ύλη και μειώνει την δικαστηριακή ενασχόληση. Και αυτό διότι αφ’ ενός είναι, με ελάχιστες εξαιρέσεις (μικροδιαφορές και καταναλωτικές διαφορές), υποχρεωτική η παράσταση Δικηγόρου, αφ’ ετέρου δε προκειμένου να επιτευχθεί για τον εντολέα μια ικανοποιητική για τα συμφέροντά του λύση πρέπει να υπάρξει σοβαρή προετοιμασία από τον Δικηγόρο σε συνεργασία με τον πελάτη του ισόχρονη και ισάξια της προετοιμασίας για παράσταση στο Δικαστήριο. Επομένως πρόκειται για καθ’ όλα παρεχόμενες αμειβόμενες νομικές υπηρεσίε
2.Στην διαμεσολάβηση δεν προσέρχεσαι με σκοπό να αντιπαραθέσεις νομικά επιχειρήματα, θέσεις ή απαιτήσεις. Αυτά υπάρχουν εκεί ως βοηθητικά εργαλεία για την εξεύρεση λύσεως και όχι ως μέσα επιβολής απόψεων. Προσέρχεσαι με σκοπό την προβολή λογικών επιχειρημάτων προκειμένου να διαπραγματευτείς κατά τον καλλίτερο δυνατό τρόπο την επίλυση της υποθέσεως που σε απασχολεί.
3.Το αποτέλεσμα της ρυθμίσεως της διαφοράς δεν σου επιβάλλεται αλλά εσύ το συναποφασίζεις με το άλλο εμπλεκόμενο μέρος και το αποτυπώσεις σε κοινής αποδοχής γραπτή συμφωνία, την οποία καταθέτεις στη Γραμματεία του Δικαστηρίου και έχει ισχύ δικαστικής αποφάσεως. Αντιθέτως αν ακολουθήσεις την δικαστική οδό, δεν μπορείς να είσαι ποτέ βεβαίως για την έκβαση της δίκης και για την απόφαση που πρόκειται να εκδοθεί
4.Δεν είναι υποχρεωτικό οπωσδήποτε να καταλήξεις σε συμφωνία με το άλλο μέρος. Αν για οποιοδήποτε λόγο αισθανόμαστε ότι έχουμε εξαντλήσει τα περιθώρια ή αν διαπιστώσουμε ότι η πορεία της διαπραγματεύσεως βλάπτει τα συνολικά μακροπρόθεσμα συμφέροντά μας, είμαστε πλήρως ελεύθεροι, χωρίς καμία επίπτωση να αποχωρήσουμε από τις διαπραγματεύσεις και να προσφύγουμε στην πεπατημένη δικαστική διαδικασία
5.Όλη η διαδικασία της Διαμεσολαβήσεως καλύπτεται από το εκ του Νόμου αυστηρό απόρρητο και την ενυπόγραφη εχεμύθεια των μερών-προσώπων που λαμβάνουν μέρος στην διαπραγμάτευση. Λάβετε υπ’ όψιν σας ότι τίποτα απ’ ότι λέγεται κατά την διαπραγμάτευση δεν μπορεί να χρησιμοποιεί σε πιθανό ακόλουθο δικαστήριο για την υπόθεση αυτή. Επίσης απαγορεύεται στα πρόσωπα που έλαβαν μέρος στην διαπραγμάτευση, να καταθέσουν ως μάρτυρες σε δικαστήριο για αυτά που είδαν ή άκουσαν κατά την Διαμεσολάβηση
6.Σκεφθείτε, αν η διαμεσολάβηση επιτύχει θα έχετε κερδίσει:
-Χρόνο για την επίλυση της διαφοράς αντί να περιμένετε πότε θα προσδιορισθεί η υπόθεσή σας, πότε θα εκδώσει απόφαση ο Δικαστής και πότε θα τελεσιδικήσει
-Χρήματα από τις δικαστικές δαπάνες και αμοιβές που πρόκειται να καταβάλετε μέχρι την εκδίκασή της από το Εφετείο ή και τον Άρειο Πάγο αν φθάσετε μέχρι αυτό το σημείο και
-βεβαιότητα σχετικά με το περιεχόμενο της ρυθμίσεως της διαφοράς, αφού θα είναι αποτέλεσμα δικής σας συμμετοχής στην διαμόρφωσή της και μια δικαστική κρίση
Εν κατακλείδι προτείνω στους συναδέλφους Δικηγόρους να προσπαθήσουν να κατανοήσουν εις βάθος τα πλεονεκτήματα και τα οφέλη της Διαμεσολαβήσεως. Όπως επίσης πρέπει να αποδεχθούμε ότι η επιλογή της Ελληνικής Πολιτείας και η σύγχρονη τάση της επιλύσεως των διαφορών των πολιτών είναι αυτές να λύνονται εκτός των δικαστικών αιθουσών και μόνο ως έσχατο μέσο επιλύσεως να καταφεύγουμε ενώπιον των Δικαστηρίων.
Ο κύβος ερρίφθη. Η Διαμεσολάβηση έχει πάρει εμπρός, ας ανεβούμε στο τραίνο γι’ αυτό το θαυμαστό ταξίδι