
Ερώτημα:
Ποια είναι η τύχη του Πρακτικού της διεξαχθείσας ΥΑΣΔ, μολονότι ο εναγόμενος δηλώνεται ως αγνώστου διαμονής, εν τούτοις αυτός είναι γνωστής διαμονής;
Απάντηση:
Στις περιπτώσεις που υπάγονται στην Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία Διαμεσολαβήσεως (ΥΑΣΔ), για το παραδεκτό της συζητήσεως της αγωγής, κατατίθεται μαζί με τις προτάσεις το πρακτικό της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης. Περαιτέρω, άγνωστος είναι ο τόπος διαμονής ή η ακριβής διεύθυνση της διαμονής, τόσο στην ημεδαπή όσο και στην αλλοδαπή, του προσώπου προς το οποίο γίνεται η επίδοση όταν δεν είναι κοινώς γνωστή η διαμονή του και δεν κατέστη δυνατόν να ανευρεθεί αυτή μολονότι καταβλήθηκε κάθε σχετική προσπάθεια με τα συνήθη μέσα επιμελείας που υπαγορεύεται και από τις αρχές της καλής πίστης, που οφείλουν να τηρούν οι διάδικοι κατά τη διενέργεια των σχετικών διαδικαστικών πράξεων. Απαιτείται δηλαδή για το άγνωστο της διαμονής ευρεία αντικειμενική άγνοια και δεν αρκεί το γεγονός ότι αυτός που παρήγγειλε την επίδοση δεν γνωρίζει για τον τόπο ή τη διεύθυνση της διαμονής εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση (ΑΠ 830/2020 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «Νόμος», ΑΠ 773/2013 ΕΦΑΔ 2014. 297, ΕφΘεσ 414/2010 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «Νόμος», Απαλαγάκη Χ. – Σταματόπουλος Σ. Ο Νέος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο μετά τους Ν. 4842 & 4855/2021, Γιαννόπουλος Π., υπό άρθρο 135, παρ.2 σελ.586). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974, και 110 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι κάθε διάδικος δικαιούται να παρίσταται στις επισπευδόμενες από άλλο διάδικο διαδικαστικές πράξεις επί της υποθέσεώς του και πρέπει να κλητεύεται προς τούτο υπό την προθεσμία και τις διατυπώσεις που τάσσει ο νόμος. Η τήρηση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως, που απορρέει από το ανωτέρω άρθρο, επιβάλλει, προκειμένου για συζήτηση στο ακροατήριο, την πρωταρχική και αυτεπάγγελτη έρευνα για τη νόμιμη και εμπρόθεσμη επίδοση της αγωγής και της κλήσης για συζήτηση προς τον απολειπόμενο διάδικο. Σε περίπτωση δε που ο διάδικος κλητευθεί ως αγνώστου διαμονής, ενώ αυτός είναι γνωστής και διαπιστωθεί αυτό από το Δικαστηρίου, το τελευταίο κηρύσσει τη συζήτηση της υποθέσεως απαράδεκτη, προκειμένου να γίνει η νόμιμη κλήτευση στη γνωστή διαμονή του διαδίκου. Σε αυτό το σημείο ανακύπτει το ερώτημα, ποια είναι η τύχη της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολαβήσεως, όταν ο διάδικος δηλώνεται ως αγνώστου διαμονής και δεν ανευρίσκεται ή δεν του γνωστοποιείται με κάποιο τρόπο ότι θα λάβει χώρα η ΥΑΣ, ενώ αυτός είναι γνωστής διαμονής; Κάτι μάλιστα το οποίο διακριβώνεται και από το Δικαστήριο, με την κήρυξη της συζήτησης της αγωγής ως απαράδεκτης. Γιατί μπορεί μεν, να γίνεται δεκτό ότι η υποχρέωση διεξαγωγής της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας, ως όρος του παραδεκτού της συζητήσεως της αγωγής, σε περίπτωση που ο αντίδικος είναι αγνώστου διαμονής, εκπληρώθηκε ακόμα και αν δεν έχει γίνει γνωστοποίηση στο αντίδικο μέρος μέσω επιδόσεως ή υπάρχει τεχνική αταξία αυτής, με σχετική μνεία στο πρακτικό διεξαγωγής της ΥΑΣ (ΜΠρΗλ 103/2023 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «Νόμος», Πλεύρη Α. Διαμεσολάβηση σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ερμηνεία κατ’ άρθρο, εκδ.2021, άρθρο 7, περ. Δ «πρόσωπα αγνώστου διαμονής», υπ’ αριθμ. 79/2022 Γνώμη Επιτροπής Νομικών Θεμάτων ΚΕΔ), ή και ότι σε περίπτωση που είναι αγνώστου διαμονής ο εναγόμενος δεν υπάρχει υποχρέωση διεξαγωγής υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης ως όρος του παραδεκτού της συζήτησης της αγωγής (Πλεύρη Α. ΕφΑΔΠολΔ 1/2025), πλην όμως αυτό ισχύει μόνο όταν πράγματι ο εναγόμενος είναι αγνώστου διαμονής. Σε περίπτωση όμως, που ο εναγόμενος δηλώνεται ως αγνώστου διαμονής, και η υποχρεωτική αρχική συνεδρία είτε έχει λάβει χώρα με αυτόν μη παριστάμενο καθώς δεν ανευρέθη, είτε δεν έχει λάβει χώρα καθόλου, πλην όμως η συζήτηση της αγωγής κηρύσσεται απαράδεκτη προκειμένου αυτός να κληθεί, αυτονοήτως πρέπει να διεξάγεται εκ νέου με ορθή πρόσκληση ή το πρώτον η υποχρεωτική αρχική συνεδρία, καλούμενου αυτού να παρασταθεί. Σε διαφορετική περίπτωση, η διαδικασία της διαμεσολαβήσεως θα εξοβελίζονταν σε μια τυπική δικονομική προϋπόθεση, κάτι που ούτε σκοπός του νομοθέτη, ούτε προς το συμφέρον των διαδίκων και της δικαιοσύνης εν γένει είναι.
Σύμφωνα με όσα αναφέρονται αναλυτικά ανωτέρω, από τη στιγμή που η συζήτηση της αγωγής κηρύχθηκε απαράδεκτη λόγω του ότι η εναγόμενη είναι γνωστής και όχι αγνώστου διαμονής, και συνεπώς πρέπει να γίνουν οι νόμιμες κοινοποιήσεις προς αυτή, το ίδιο πρέπει να γίνει και ως προς την υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης και να της γνωστοποιηθεί η διενέργεια αυτής καθώς να της παρασχεθεί το δικαίωμα να παραστεί σ’ αυτή.
Δηλαδή, αν ο ενάγων στην εκ νέου ασκηθείσα αγωγή ως γνωστής διαμονής του εναγομένου, δεν προσκόμισε νέο Πρακτικό ΥΑΣΔ, ισχυριζόμενος και προσκομίζων ότι καλύπτει το προηγούμενο Πρακτικό ΥΑΣΔ και το Δικαστήριο δεν προέβη σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 227 ΚΠολΔ, προκειμένου να αναζητηθεί εάν έλαβε χώρα εκ νέου υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης μετά την κήρυξη της συζητήσεως της αγωγής ως απαράδεκτης, τότε δεν τηρήθηκε νομότυπα, εν προκειμένω, η προβλεπόμενη στις διατάξεις των άρθρων 6 και 7 Ν. 4640/2019 διαδικασία, η οποία είναι αναγκαία για το παραδεκτό της συζητήσεως, καθώς η διενέργεια της αρχικής υποχρεωτικής συνεδρίας που προσκομίσθηκε έλαβε χώρα χωρίς να αναζητηθεί ο εναγόμενος ως γνωστής διαμονής. Το γεγονός αυτό ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο και για τον λόγο αυτό κρίνεται απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής.
Πηγή: Αποφ.447/2025 Μον.Πρωτ.Αθ.